γράφει η Τζαμίλε Φαχούρι, συγγραφέας
5/2/2021
«Ίσως είναι κάτι τυχαίο. Σίγουρα δεν είμαι εγώ αυτός που μπορεί να σου δώσει τις λύσεις. Ξέρω μόνο ότι έτσι πρέπει να γίνει. Εγώ γέρασα πια. Ήμουν παγιδευμένος σε κάτι που δεν επέλεξα. Περίμενα μόνο να έρθεις. Μόνο αυτό. Να ξέρω ότι όλο αυτό θα τελειώσει. Ότι δε θα έρθουν παιδιά που θα κάνουν άλλα παιδιά που θα ρωτάνε «γιατί σε μένα;» Γέρασα. Θα πεθάνω. Το σώμα μου θα σαπίσει μέσα σ΄αυτό το σπίτι. Θα βρωμίσω. Δε θα με θάψουν καν. Γιατί δε νομίζω ότι μπορεί να με βρει κάποιος εδώ. Αυτό το στόμα του γεροτρελού που σου μιλάει τώρα, θα γίνει φωλιά για τα σκουλήκια και τα πουλιά και το κουφάρι μου απλά θα υπάρχει πεταμένο χωρίς καμιά αξία. Χωρίς κανένα νόημα. Δεν θα υποφέρει. Θα είναι ελεύθερο. Αλλά δεν θα το ξέρει. Δεν θα μπορεί να το καταλάβει.
Αν όμως όντως έχω ψυχή, εκείνη θα πετάει σαν πεταλούδα. Ίσως εδώ, πάνω απ’ τα λουλούδια που φρόντισα και πόνεσα σαν παιδιά μου, που τους έδωσα όση αγάπη δεν πήρα ποτέ. Και άλλες ψυχές θα ελευθερωθούν. Μέσα ή έξω από κορμιά. Δεν έχει σημασία. Πρέπει να είσαι δυνατή. Δεν έχει νόημα να ψάχνεις απαντήσεις. Θα τις βρεις μέσα σου. Θα τις βρεις. Όμως κι αν τις βρεις, πώς ξέρεις ότι είναι οι σωστές; Μόνο αυτό που νιώθουμε είναι αλήθεια. Τουλάχιστον η δική μας αλήθεια. Και σίγουρα αν προσπαθήσεις να βοηθήσεις, θα νιώσεις λύτρωση. Χαρά. Ευλογία. Μόνο έτσι. Όταν ήρθες ήσουν χαμένη. Τώρα βρήκες τον δρόμο. Έκλαιγες έξω απ’ την πόρτα μου. Τώρα τα μάτια σου είναι στεγνά. Δεν είχες που να πας. Τώρα έχεις. Περιφερόσουν όπως τα φύλλα, όταν τα φυσάει ο άνεμος. Τώρα έχεις ένα σκοπό. Που δεν τον διάλεξες. Αλλά τι διαλέγουμε σ’ αυτή τη ζωή; Δεν διαλέγουμε. Γεννιόμαστε μέσα σε μια τρικυμία και επιλέγουμε αν θα κολυμπήσουμε ή θα πνιγούμε. Έχουμε και την επιλογή να μείνουμε εκεί. Και απλά περιμένουμε μέχρι να περάσει η βάρκα μας. Εσύ τι διαλέγεις;»
[…]
Έπρεπε να αποδεχτεί ότι έτσι θα ήταν η ζωή της από εδώ και πέρα. Απόκοσμη και μαγική. Χωρίς λογική. Έπρεπε να αφήσει το ποτάμι της μοίρας να την παρασύρει. Να στροβιλιστεί στα νερά της. Η δική της η βάρκα είχε ήδη φτάσει. Και έπρεπε να εμπιστευτεί τον αόρατο βαρκάρη της.
Απόσπασμα από «το δέντρο που μιλούσε»