Κριτικές Προσεγγίσεις

23/12/2020 | Κριτική παρουσίαση της ποιητικής συλλογής «Η ένατη νότα» της Σίλιας Χριστοδούλου

«Η Ένατη νότα»: Ένας τίτλος πολύ χαρακτηριστικός, που μάς προκαλεί, τρόπον τινά, να ψάξουμε το βαθύτερο νόημα ή την ιστορία αν θέλετε καλύτερα που κρύβει.  Σύμφωνα με την ποιήτρια Σύλια Χριστοδούλου, ο τίτλος αφορμείται από ένα στίχο που γράφτηκε στη μνήμη μιας δασκάλας, η οποία φεύγοντας από τη ζωή άφησε πίσω στη μνήμη της δημιουργού ως παρακαταθήκη το ποιητικό αυτό πέταγμα.  Η ένατη νότα λοιπόν σηματοδοτεί το τέλος και συγχρόνως την υπέρβαση μιας μουσικής οκτάδας που καθώς κλείνει τον κύκλο  της  αφειδώλευτης αγάπης της, χαρίζει απλόχερα  στη συνείδηση της δημιουργού μεγάλα περιθώρια ποιητικής αναδίπλωσης και έμπνευσης.

Η ποιήτρια παρακάμπτοντας τη γεωγραφική απόσταση που χωρίζει τις δυο πατρίδες της Κύπρο και Ελλάδα, εξυφαίνει δημιουργικά το αποσπασματικό βιωματικό της νήμα με τελικό σκοπό να το συνθέσει διανθίζοντας το κιόλας με σημαντικές γνωσιολογικές και όχι μόνο πινελιές που αντλεί από το Βέλγιο, χώρα όπου ζει και εργάζεται. Η Σύλια Χριστοδούλου, όπως πληροφορούμαστε από το βιογραφικό της, έχει Ελληνική και Κυπριακή καταγωγή μα το μεγαλύτερο διάστημα της ζωής της ζει στο Βέλγιο όπου σπούδασε κλινική ψυχολογία στο Ελεύθερο Πανεπιστήμιο της Βρυξελλών και ψυχαναλυτική ψυχοθεραπεία στο Καθολικό Πανεπιστήμιο Λουβαίνης. Θα έλεγα κιόλας εδώ πως η επαγγελματική ενασχόληση της ποιήτριας με τη ψυχανάλυση μάς αποκαλύπτει και την έφεση της να βυθίζεται στη βαθύτερη ουσία της ύπαρξης της.

Διαχωρίζοντας το «είναι» από το «φαίνεσθαι», προκαθορίζει την πυξίδα της ποιητικής  πλεύσης της, μέσω της αναζήτησης της προσωπικής της ταυτότητας. Με το πρώτο ποίημα της συλλογής « Γνωριμία» ο αναγνώστης καταστείται αμέσως μύστης της νοερής μεθορίου του χτες με το σήμερα του υποκειμένου της αφήγησης καθώς για την επερχόμενη εσωτερική της πάλη που θα επιβάλει ο πλουραλισμός των επιρροών που η ίδια έχει βιώσει στο παρελθόν. « Μεγάλωσα στο φως μακριά απ΄ το χτες που σε πλήγωσε, γλυκιά μου μάνα/ Γύρισα την πλάτη στο μέλλον να κοιτάξω την ωχρή θωριά σου» λέει χαρακτηριστικά, καταδεικνύοντας στον αναγνώστη την πηγή των συναισθηματικών της δεσμεύσεων και προσμονών. «Τον ύπνο που σε τύλιξε/δεν θέλησες να διώξεις» γράφει στο ποίημα της « Νιότη» προκειμένου να καταδείξει ακόμα περισσότερο τις επιρροές που εμπλουτίζουν το παρόν της. «Σε πλήγωσε η βροχή/που αυτή την άνοιξη δακρύζει». Στο ποίημα που ακολουθεί και τιτλοφορείται « Ενηλικίωση», οι αλλαγές που συντελούνται στον ψυχισμό της ποιήτριας, στεγάζονται κάτω από τη λέξη «μεγάλα». Λέει χαρακτηριστικά: « Μεγάλες οι κοίτες των αυτιών/ Μεγάλα τα δέντρα/ Μεγάλα τα νύχια…». Στο τέλος όμως του ποιήματος, το μέγεθος του κόσμου που την περιβάλλει αυτόματα περιστέλλεται δεικνύοντας τη διάσταση που υπάρχει μεταξύ του εξωτερικού από τον εσωτερικό της κόσμο. « Μικρές μου ηλιαχτίδες/ Στης αυγής τα νόμιμα/ Της νύχτας τα παράνομα/ Και εκεί που ένα γατί/ Σέρνει διακριτικά την πατούσα του». Το γατί στις τελευταίες δυο στροφές του ποιήματος προφανώς  συμβολίζει το υποσυνείδητο, όπου η εκδήλωσή του στην ζωή μας μπορεί να είναι σιωπηλή αλλά εμφανής.

Η ποιήτρια προκειμένου να ορίσει τον κόσμο γύρω της επιλέγει να επιστρέφει στον εαυτό της αναζητώντας την προσωπική της ταυτότητα. Στο ποίημα της «Ταυτότητα» λοιπόν, λέει χαρακτηριστικά  «Περιπλανήθηκα σε κάθε δωμάτιο δίχως πρίσματα/ παραμορφώσεις ή διαθλάσεις/ μ’  όλων των ειδών τους φωτισμούς/ Ένας καθρέπτης στέκεται στη μέση/ να βρίθει από πρόσωπα οικεία /και ιδέες νεόσταλτες/ Με αντίκρισα». Σαν συνέχεια κιόλας του προβληματισμού και της αναστοχαστικής διάθεσης της ποιήτριας, ακολουθεί το ποίημα « Απόπειρα ορισμού». « Ποια είσαι/ « Είμαι πιο πολλά απ΄ ότι  αντικρίζεις/ Πολλά παραπάνω απ΄ ότι νομίζεις ότι κατάλαβες/ Είμαι το τίναγμα μιας πιρουέτας την στιγμή που η χορεύτρια αποχωρίζεται από το πάτωμα/ Ή ακόμα ο αφρός που χάνεται μέσα στην άμμο τα δειλινά. Στο ποίημα κιόλας « Ενδοβολή» φαίνεται χαρακτηριστικά η πρόθεση της δημιουργού να εγκύψει βαθύτερα και να φτάσει στα μύχια της προσωπικής της ταυτότητας. « Ανταλλαγή ρόλων/ Οι συνάψεις αλλάζουν πορεία/ χαράζοντας κάποια ιστορία( χωρίς να ξέρεις σε ποιον ανήκει… Χρειάζεται σκηνοθέτη/ το κοινό δεν θα εκτιμήσει/ τη χαοτική μας εκτέλεση… Αυτοσχεδιασμός/ η μάσκα είναι γυρισμένη προς τα μέσα».

Η ποιήτρια γνωρίζει ωστόσο πως ένα τέτοιο εγχείρημα δεν είναι εύκολο. Η αισιοδοξία όμως και το πάθος που την χαρακτηρίζουν δεν της επιτρέπουν να καταθέσει τόσο εύκολα τα όπλα. « Ζωή κι αφρός της θάλασσας/ Ζωή και αφρός/ Φύσημα του ανέμου/ Στο ψέλλισμα των κοιμητηρίων/ Που απλώνει ο ύμνος/ Βαρύτονος/ Στο μνήμα». Κι η συνδρομή του έρωτα φυσικά, όπως πάντα απαραίτητη. « Εφάνη ο Έρωτας/ Στης Αρτέμιδος τ΄ αχνά τα μονοπάτια/ Λησμόνησα» γράφει στο ποίημα « Φα΄ ρέ τρα». Σε αντιδιαστολή όμως του έρωτα στα ποιητικά φτερουγίσματα της δημιουργού πλανιέται ο θάνατος. « Κι εσύ, φύλακα της Γνώσης μου/ Εσύ σκιά θανάτου/ Φτερούγα κορακιού/ Εσύ/ Φανέρωσες πάλι/ Την όψη της αλήθειας μου/ Γυμνή». Ο θάνατος όμως στην προκειμένη περίπτωση μεταμορφώνεται σε κομιστή και αγγελιαφόρο της αλήθειας της δημιουργού, καθώς κουβαλά στο ακροτελεύτιο του ασπασμό την αλήθεια απαλλαγμένη από  τα κοινωνικά ή άλλα φτιασίδια και περιτυλίγματα της ζωής της. « Σε κάποιο περιθώριο το Αύριο ορθώνεται κοφτά/ Φέρνουν κουβέρτες και κουτιά μεγάλα σε σκόνη/ Ρουχαλάκια, ένα παιχνιδάκι ή ένα εμβόλιο» λέει πιο κάτω στο ποίημα της «Αφίξεις» καθώς η δημιουργός αναπτερώνει τόσο τις δικές τις δικές της ελπίδες όσο και του γυμνού και παρατημένου κόσμου που την περιβάλλει. Η φράση “παιχνιδάκι, ρουχαλάκια και εμβόλιο”, σύμφωνα με την ποιήτρια,  επιλέγονται σε ένα ποίημα που εμπνεύστηκε απ’ την σημερινή προσφυγική κρίση και συγκεκριμένα τα παιδιά της Μόριας με απόηχο βέβαια τους δικούς μας πρόσφυγες αλλά και την πολύ οικεία σε μας τους Έλληνες ιστορία της Μικρασιατικής καταστροφής. Τα αντικείμενα αυτά προάγουν την επιτακτική ανάγκη ανθρωπιστικής βοήθειας και γίνονται όχι μόνο παροχές αλλά σύμβολα εξανθρωπισμού. Με τις προαναφερόμενες λέξεις η δημιουργός ουσιαστικά επαναπροσδιορίζει τη σχέση που η ίδια έχει τόσο με το παρελθόν όσο και το μέλλον της. «Πλαγιάζουν οι κατάρες των προγόνων/ με τις απειλητικές τους κόγχες να σε κοιτούν κατάματα/ Τρομάζεις καλή μου, το ξέρω, και τα δάκρυα σου δείχνεις» λέει πιο κάτω σε σπαραχτικούς τόνους στο ποίημα «Ζηνοβία η λεχώνα» προσπαθώντας να ορίσει το βάρος της δικής της ύπαρξης μέσα από την αυστηρή και άτεγκτη οπτική των προγόνων της. «Ερινύες και πάλι κοντά σου να ανασταίνουν θανάτου εικόνες/ κι απειλές να σκιάζουν κάθε αγκαλιά και χάδι/ Σιωπές γεμάτη θλίψη. Στάζει σαν υγρασία το Χτες». Προσπαθώντας κιόλας να επαναπροσδιορίσει με ειλικρίνεια και θάρρος τη σχέση που έχει με τους προγόνους της λέει χαρακτηριστικά στο ποίημα « Ωδή στην Αφροδίτη»: «Είμαι θέατρο των προγόνων μου/ Μια σκηνή, όπου το χτες , διαχέει τις φωνές του και που χαράσσει τα βήματά μου διαφορετικά/ Είμαι ένα θρόισμα/ ένας φλοίσβος/ η κάθε άρθρωση της ελληνικής γλώσσας/ που περιλαμβάνει λίγο ήχο στη σιωπή/ Είμαι ανάλαφρη σαν πεταλούδα/ δυνατή σαν πεταλίδα στον βράχο».

Στα ποιήματα της Χριστοδούλου  διαφαίνεται η διάσταση ενός κόσμου που λόγω των ανατροπών που φέρνει η ζωή παρουσιάζεται απρόσμενα απειλητικός. Στο τέλος όμως επικρατούν οι υγιείς δυνάμεις της ζωής κι οι πανανθρώπινες αξίες, όπως αναφέρεται συχνά στον τελευταίο στίχο αρκετών ποιημάτων. Αναφέρω ενδεικτικά: «Σβήσαν οι αντάρες στο πρώτο σας φιλί” λέει στο ποίημα Ηραίου ωδή, στίχοι που  αναφέρονται στην επούλωση  που φέρει η αγάπη κι ο έρωτας δια μέσω των σωμάτων. «Η  αγιάτρευτη πληγή αναβλύζει μύρο» μάς λέει στο ποίημα της  Θρυαλλίδα, όπου οι στίχοι του συγκεκριμένου ποιήματος απηχούν τους μεταφυσικούς χριστιανικούς απόηχους που επιφέρει  ο πόνος στην ανθρώπινη ύπαρξη. «Μέλωσαν οι μέρες χάδι» λέει στο ποίημα Ζηνοβία η λεχώνα, όπου αναδεικνύονται οι χαρές της γονεικότητας, «μια Παναγιά κρατά αναμμένο ένα φυτίλι» μάς λέει σ΄ ένα άλλο της ποίημα που τιτλοφορείται Εντός των Πυλών όπου τονίζεται η θέση της πίστης στη ζωή του ανθρώπου ως αποκούμπι ελπίδας και φωτός.

Στους στίχους της Σύλιας Χριστοδούλου, αξίζει εδώ να σημειωθεί, ότι παρελαύνει  ζωντανό και αφτιασίδωτο το πρόσωπο τόσο το σύγχρονο όσο και το αρχαίο πρόσωπο της Ελλάδας. Τα κεφάλαια φέρουν τον τίτλο ως βυζαντινές νότες, ούτως ώστε το δέος το οποίο διαχέει τα ποιήματα της συλλογής σ’  ένα θρησκευτικό επίπεδο. Εδώ ακριβώς διαφαίνεται, σύμφωνα με την ποιήτρια, η μουσικότητα της ίδιας της γλώσσας που έχει την ικανότητα να αρθρώνει και να αναδεικνύει την ορμή και δυναμική του συναισθήματος. Οι έννοιες της ελληνικότητας και κατ΄ επέκταση της ελευθερίας, είναι βαθιά ριζωμένες μέσα της επικυρώνοντας με ποιητικό και δη αυθεντικό τρόπο τις καταβολές της ποιήτριας. «Εκεί αποκτά νόημα η περιπλάνηση στα ανθρώπινα πάθη, τα ιδανικά και τις πραγματικότητες που μάς επιβάλλονται…» τονίζει η ίδια χαρακτηριστικά, προαναγγέλλοντας τον ερχομό της στο άλλο σημαντικό κομμάτι του εαυτού της, την Κύπρο. Και συνεχίζει: «Αξίζει να πω πώς σ’ αυτήν την επιστροφή στις ρίζες ήλθε μια ανάγκη έκφρασης στην διάλεκτο που ξεπετάχτηκε σχεδόν ασυνείδητα στα κείμενα. Σαν όπως θα λέγαμε στην ψυχανάλυση μια επαναφορά του απωθημένου. Σαν όνειρο έρχονται οι λέξεις στην διάλεκτο μετά από δεκαετίες να βρουν αντίκρισμα στα κρουστά σύμφωνα και να εξιστορήσουν κάτι από τον πόλεμο. Δεν είναι πάντα εύκολη αυτή η επαναφορά όταν η ιστορία του τόπου είναι πονεμένη. Υπάρχει καταπάτηση ανθρωπίνων δικαιωμάτων σ’ έναν πόλεμο, το άτομο αποξενώνεται απ’ τον ίδιο του τον εαυτό σε ακραίες καταστάσεις. Κι αυτή η συνειδητοποίηση φέρει ένα συναισθηματικό βάρος από μόνη της…».

Τα τελευταία ποιήματα της συλλογής, αναφέρονται στην πατρίδα της Κύπρο η οποία ακόμη περνά μέσα από τα πάθη της παράνομης κατοχής εδαφών της και της συνακόλουθης καταπάτησης των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των κατοίκων της. Το ποίημα «Εισβολή» είναι ενδεικτικό του πόνου και της απόγνωσης που βιώνουν εδώ και χρόνια οι συμπατριώτες μας που τόσο βάναυσα εκδιώχθηκαν από τις πατρογονικές τους εστίες. «Αηδόνια της Παραφροσύνης/ και χώρεσες τα μάτια σου σε μια πληγή/ Είδες το αίμα να αναβλύζει» γράφει χαρακτηριστικά. Στο ποίημα της Πυροκαμένο- Ποζαύλι η ποιήτρια καταγράφει τα συναισθήματα της και στην κυπριακή διάλεκτο. «Φλόγες αλόπως γλύψασιν τζείνα τα χρόνια εικόνες/ μιας Παναγιάς που είθελεν να είναι βρεφοκρατούσα» μάς γράφει.

Προτού κλείσω το κριτικό αυτό σημείωμα, θα ήθελα να καταλήξω λέγοντας πως ποίηση της Σύλιας Χριστοδούλου ακολουθεί την ομολογουμένως εξονυχιστική μέθοδο εξακρίβωσης της αλήθειας, όπου οι γεωγραφικές συντεταγμένες των στίχων της αποτελούν το ενδόμυχο υπερβατικό της σάλπισμα. Ας ελπίσουμε το σάλπισμα αυτό να αγγίξει τις ευαίσθητες χορδές των αναγνωστών που θα έχουν τη χαρά να πάρουν την ομολογουμένως καλαίσθητη αυτή ποιητική συλλογή στα χέρια τους, που εκδόθηκε από τον Σύνδεσμο Πολιτισμού Ελλάδας Κύπρου / ΣΠΕΚ σε συνεργασία με τον εκδοτικό οίκο Αρχύτας.

Κριτική Προσέγγιση

Κυριάκου Στυλιανού

Λογοτέχνης και Εκπαιδευτικός