Αρθρογραφία

Κυπριακή Παράδοση, Ρίζες από την Αρχαιότητα – Ιωσήφ Σ. Ιωσηφίδης

ΙΩΣΗΦΙΔΗΣ ΙΩΣΗΦ_ΣΠΕΚ

Η Κυπριακή Παράδοση, σημαντικό μέρος του Πολιτισμού της Κύπρου, συχνά λέγεται ότι έχει ρίζες αρχέγονες, από την αρχαία και κλασική Ελλάδα και από το Βυζάντιο. Ρήσεις, άσματα για τον πόνο, την ελπίδα και τη χαρά του λαού και του ατόμου είναι σήμερα διάσπαρτα στη λαϊκή και σύγχρονη ποίηση, στα δημοτικά/ λαϊκά άσματα, στα τσιατιστά και σε έργα τέχνης. Την εκκίνηση μάς δίνει ο Γ. Σεφέρης που διασώζει στους στίχους του λέξεις της παράδοσης μας π.χ. αηδόνι-ποιητάρη, καματερό, συντυχαίνω, κοπέλια, κολόκα κ.ά. Ας δούμε την Παράδοση Κύπρου ‘εξ απαλών αρχαίων ονύχων’.

Ο Όμηρος περιγράφει διαγωνισμούς ασμάτων, χορών και αθλημάτων στην Αμαθούντα στην Εορτή «Αφροδίσια» προς τιμή της Θεάς Αφροδίτης (αυτά τελούνταν στην περίοδο μεταξύ 10ου και 6ου αιώνα π.Χ.). Έχουν γραφεί πολλά και για τον ποιητικό διαγωνισμό ανάμεσα στον Όμηρο και τον Ησίοδο. Ο διαγωνισμός είχε τη μορφή ‘δίστιχο του ενός έναντι δίστιχου του άλλου’ π.χ. αν ο Ησίοδος προκαλούσε με δίστιχο, έπρεπε ο Όμηρος να απαντούσε με δίστιχο αντικρούοντας τον Ησίοδο, και αντίστροφα. Οι διαγωνισμοί μεταξύ των νέων στην ποίηση και στη μουσική προς τιμή της Θεάς και του Άδωνι έγιναν θεσμός. Ο Δρ Κ. Σπυριδάκις συμπέρανε ότι: ‘Οι ύμνοι στα Αφροδίσια δημιουργήθηκαν και στην Κύπρο, με αοιδούς και όργανα’. Έγιναν ‘διαχρονική συνείδηση του λαού’ και φτάνουν ως σήμερα μέσα από διαγωνισμούς του Κατακλυσμού Λάρνακας και τελετές.

Επίσης η Εορτή ‘Αδώνια’ καθιερώθηκε στην Αρχαία Ελλάδα και αμέσως μετά στην Κύπρο. Όπως αναφέρει ο Δρ Κων. Σπυριδάκις, απαγγέλλονταν ύμνοι προς τον νεκρό Άδωνι. Αοιδός και ποιητής των ελεγειών για τον θάνατο του Άδωνι ήταν και ο Κινύρας, ο βασιλιάς της Πάφου και ιεράρχης της Αφροδίτης. Η πρώτη ημέρα της εορτής λεγόταν ‘Αφανισμός’. Ήταν ημέρα πένθους για τον θάνατο του Άδωνι: oι γυναίκες, με λυμένα τα μαλλιά τους, ξυπόλητες, γυμνόστηθες, περιέφεραν στους δρόμους με θρήνους και οδυρμούς τα ομοιώματα του Άδωνι. Έφταναν στη ακτή της θάλασσας όπου τα έριχναν, παρακαλώντας να επιστρέψει ο Άδωνις από τον Κάτω Κόσμο. Η δεύτερη ημέρα λεγόταν ‘Εύρεσις’ (Ανάστασις). Ήταν ημέρα χαράς για την ανάσταση του Άδωνι και την ανάληψή του δίπλα στην Αφροδίτη – για ένα εξάμηνο τον χρόνο. Τα ‘Αδώνια’ ήταν ο ‘συμβολισμός ανάστασης’ της φύσης και της γονιμότητας των αγρών. Στον μεσαίωνα και μετά, στην Αμμόχωστο τραγουδούσαν τα άσματα ‘Λάζαρα’ ή ‘Λαζαρικά’. Κάποια διασώθηκαν από Βαρωσιώτες ποιητάρηδες σε γιορτές του Κατακλυσμού στη Λάρνακα.

Στα αρχαία ‘Ανθεστήρια’, στις πρώτες δύο μέρες άνθρωποι σε ευθυμία ανέβαιναν σε περιοδεύουσες άμαξες και πείραζαν πεζούς με σατιρικά ποιήματα που στιχουργούσαν αυθόρμητα. Την τρίτη μέρα, που επονόμαζαν ‘Υδροφορία’, γίνονταν αγώνες (κυρίως στην Αίγινα) σε ανάμνηση της προσφοράς πόσιμου νερού από τους πολίτες προς τους Αργοναύτες πριν την εκστρατεία τους προς Ιωλκό. Κατ’ αναλογία στα αρχικά χρόνια του Κατακλυσμού Λάρνακας (1918-50) φίλοι/ή γνωστοί κατέβρεχαν ο ένας τον άλλο με την ‘πιτσίκλα’- τμήμα καλαμιού που το γέμιζαν νερό και το φυσούσαν προς τον φίλο. (Η ονομασία ‘Κατακλυσμός’ παραπέμπει στον Κατακλυσμό του Νώε, πόσο μάλλον που το αρχαίο Κίτιο φέρει το όνομα του δισέγγονου του Νώε, του Κιττίμ). Με το ‘πιτσίκλισμα’ ο λαός ήθελε να ‘εξευμενίζει’ τη δόλια θάλασσα για προστασία των Αγροναυτών, των Μηκυναίων (ή του Νώε, προπάππου του Κιττίμ;). Στο μεταξύ η Εκκλησία, διαπιστώνοντας ότι ήταν μάταιο να καταργήσει τις εορτές λατρείας προς την Αφροδίτη, τον Άδωνι, μα και τ’ Ανθεστήρια, αποδέχθηκε να τα συνεορτάζει με τη εορτή του Αγίου Πνεύματος, ελπίζοντας ότι το ειδωλολατρικό στοιχείο θα αποδυναμωνόταν.

Πρόσθετα, ο Πεισίστρατος αναδιοργάνωσε τις κύριες εορτές της Αθήνας, τα ‘Διονύσια’ και τα ‘Παναθήναια’ και περιέλαβε αγώνες, αθλητικούς, μουσικούς και ποιητικούς. Λέγεται ότι ο Θέσπις (προπάτορας του αρχαίου θεάτρου) αναδείχθηκε νικητής στον ποιητικό αγώνα των Μεγάλων Διονυσίων επί Πεισιστράτου (535 π.Χ.). Στον πρωτεύοντα στο τραγούδι απονεμόταν, με συνοδεία κιθάρας, χρυσό στεφάνι σε σχήμα φύλων δάφνης, αξίας 1000 δραχμών και επίσης μια αμοιβή 500 δραχμών. Τότε οι ραψωδοί απήγγελλαν αποσπάσματα από τα ‘Έπη του Ομήρου’ με τον τρόπο ‘εξ υπολήψεως εφεξής’, δηλ. όπου σταματούσε ο ένας ραψωδός, συνέχιζε ο άλλος. Ηττημένος όποιος ‘έχανε τα λόγια του’. Έτσι, απαγγέλλοντας, διατηρούσαν τη Γραπτή Παράδοση. Μετά ο Συρακούσιος ποιητής Θεόκριτος (315-260 π.Χ.) διοργάνωσε διαγωνισμούς βουκολικής και ερωτικής ποίησης μεταξύ αγροτών, ποιμένων, τεχνιτών.

Ο Πλούταρχος (46-127 μ.Χ.) γράφει ότι οι βασιλείς της Κύπρου στην κλασική εποχή χρηματοδοτούσαν μουσικούς διαγωνισμούς για κυκλικούς χορούς και τραγούδια, με ηθοποιούς και τραγουδιστές που καλούνταν από την Ελλάδα. Ένας από τους βασιλείς ήταν ο Ευαγόρας της Σαλαμίνας που καθιέρωσε τα Ελληνικά Γράμματα και τις Τέχνες στην Κύπρο και επιπλέον έφερε όργανα με μουσικούς και δασκάλους να διδάσκουν.

Σήμερα πολλά από τα πιο πάνω απαντώνται στους διαγωνισμούς του Κατακλυσμού Λάρνακας, όπου συμμετέχουν τραγουδιστές, οργανοπαίκτες, χορευτές, σε τραγούδι, χορό, ‘τσιαττιστά’! Σε τί διαφέρουν οι αοιδοί και οι ραψωδοί των Ομηρικών επών από τους ποιητάρηδες που υμνούν τους ακρίτες για προάσπιση της πατρίδας; Τι διαφέρουν τα ερωτικά για την Αφροδίτη από τα Κύπρια δημοτικά ερωτικά;

Ροδοντυμένη αγάπη μου, τ’ αδόνια άμα σε δούσιν,
θαρρούν πως έν η άννοιξη τζαι γλυκοτζελαδούσιν.

Ως όργανα αναφέρονται η λύρα, ο δίαυλος και ο ύδραυλος. Ο δίαυλος – δύο αυλοί σε οξεία γωνία, που χειριζόταν ο αυλητής με δύο χέρια όπως φαίνεται σε αρχαία αγγεία- διατηρήθηκε σε γιορτές κατά τον μεσαίωνα, αλλά σήμερα εκλείπουν οι δεξιοτέχνες του. Ο ύδραυλος, που εφηύρε ο Κτησίβιος (283-221 π.Χ.) ήταν η αρχική μορφή του πιάνου και του εκκλησιαστικού οργάνου. Ο ύδραυλος πέρασε στο Βυζάντιο και στην Κύπρο. Με την πτώση του Βυζαντίου παρήκμασε η χρήση του υδραύλου, όμως πέρασε στους Δυτικούς, η δε Καθολική Εκκλησία το εξέλιξε ως το βασικό εκκλησιαστικό όργανό της.

Κατά την περίοδο του Μεσαίωνα, σύμφωνα με το έργο του Γκιγιώμ ντε Μασώ ‘La Prise d’Alexandrie’, κυρίως με το Χειρόγραφο του 15ου αιώνα ‘Manuscript Torino J.II.9’, οι Λουζινιανοί άρχοντες της Κύπρου ανέπτυξαν είδη μουσικής για δική τους ψυχαγωγία, αλλά με τον καιρό έγιναν γνωστά και στον λαό. Στο Χειρόγραφο αυτό, που διασώζεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη Τορίνου, περιέχονται γαλλικά ή γαλλικής επίδρασης μουσικά κομμάτια για θρησκευτικές και άλλες δραστηριότητες της Αυλής και των ευγενών.

Πολλές από τις μελωδίες του χειρόγραφου έχουν μελωδική κατιούσα φορά εντός της τροπικής μεσαιωνικής κλίμακας. Η μελέτη των τρόπων στα κομμάτια δείχνει ότι ακολουθήθηκε η πρακτική της μεσαιωνικής Ευρώπης. H Turcograecia (1584) του Γερμανού Ουμανιστή Martin Crusius αναφέρει τη διοργάνωση Διαγωνισμών ποίησης σε Ελληνικά νησιά και στην Κύπρο, μεταξύ νέων, νεανίδων αλλά και μεταξύ ενηλίκων, ενώπιον Κριτικής Επιτροπής η οποία βράβευε τους καλύτερους. Επί Τουρκοκρατίας υπήρχε ανάλογος διαγωνισμός σε πόλεις του Πόντου με δίστιχα μεταξύ ‘αντιπάλων’.

Ο Père R. Estiene de Lusignan στο έργο του ‘Description de toute l’ isle Chypre’ (1580) ζώντας πια στο Παρίσι, περιέγραψε διαγωνισμούς ποίησης στη Λευκωσία και στην Αμμόχωστο: Αστοί μεσαίας τάξης, μετά το γεύμα τους συνήθιζαν να διασκεδάζουν σε κήπους παίζοντας, χορεύοντας ή αυτοσχεδιάζοντας ποιήματα, που τα μελοποιούσαν και τα τραγουδούσαν. Συνήθειες διασώθηκαν σε Κοκκινοχώρια (στην Αυγόρου κ.ά.).

Για την ενόργανη μουσική παράδοση του νησιού, μουσικά όργανα της Λατινοκρατίας και της Ενετοκρατίας (1100–1570 μ.Χ.) έχουν εικονογραφηθεί από αγιογράφους σε εκκλησίες της Κύπρου. Ακόμη στις εικονογραφίες Λατίνων αγιογράφων διακρίνονται αερόφωνα, ιδιόφωνα και μεμβρανόφωνα, ενώ στις ορθόδοξες εκκλησίες διακρίνονται ο ποιμενικός αυλός, ο πλαγίαυλος, ο αυλός, ο άσκαυλος, η σάλπιγξ, το κέρας ή βούκινο, τα κύμβαλα, το τύμπανο, το βαρελλόσχημο με ένα τύμπανο δύο μεμβράνων.

Ως είδη ρυθμών υπήρχαν οι πεντάσημοι, οι επτάσημοι και οι εννεάσημοι. Σε ό,τι αφορά τις μελωδίες, σύμφωνα με τους μελετητές Τομπολή (2002), Κουτσουπίδου (1996) κ.ά., στα Κυπριακά τραγούδια και στους χορούς ακούγονται οι Αρχαίοι Τρόποι – με βάση το σύστημα των τετράχορδων, π.χ. υποδώριος, δώριος, φρύγιος, λύδιος. Οι χρωματικές κλίμακες βασίζονταν στον Ήχο πλάγιο Β΄ της βυζαντινής μουσικής. Οι μεικτές κλίμακες εκτελούνταν με διπλό και μονό τετράχορδο αρχαίου τρόπου (Διατονικό ή Εναρμόνιο).

Η ενόργανη μουσική περιείχε χορούς και συνοδευτικά κομμάτια για το τριήμερο του γάμου με συνοδεία πιθκιαυλού ή βιολιού, λαούτου ή ταμπουτσιά. Σε μεγάλους χορούς, αρχοντικούς γάμους/ γιορτές γινόταν και χρήση σαντουριού, αρμόνικας και κλαρίνου. Οι χοροί πάμπολλοι: Συρτοί, Μπάλλοι ως και Αντικρυστοί (μεσαιωνικής προέλευσης). Επίσης υπήρχαν οι ‘Φωνές’ και το ‘Επύλλιο’: δείγμα η ‘Αντρονίκη’, η άδικοσκοτωμένη.

Τζ’ αντάν την επαιρνούσαν απού τον καβενέν,
εσπάζαν τα φεντζάνια που πίνναν τον καβέν.

Συνοπτικά, η Κυπριακή Παράδοση είχε επιρροές απ’ την αρχαία Ελληνική μουσική, τη Βυζαντινή και κάποιες από τη φράγκικη και ενετική. Είναι αυτές που διαμόρφωσαν τον ήχο και τον ρυθμό του παραδοσιακού άσματος και τις κινήσεις στον χορό, κ.ά. ενώ τα ιστορικά γεγονότα και οι αγώνες επιβίωσης, ο πόνος, ο έρως διαμόρφωναν τον στίχο.

Όσο για τη Τουρκοκρατία, η Παράδοση κρυβόταν. Υποχώρησε η ‘σύζευξη’ στοιχείων Ευρωπαϊκών και Κυπριακών, μουσικών ή ποιητικών. Μα η Παράδοση – Θρησκευτική και Πολιτισμική – συνέχισε να επιδρά στις μάζες του λαού ως συλλογική μνήμη και να θρέφει γενεές. Αυτή όντως κράτησε τον υπόδουλο λαό σε εγρήγορση, διατήρησε τα ήθη, τα έθιμα, τη γλώσσα, τη θρησκεία και τέχνες (ζωγραφική, ‘τσιαττιστά’, χορός) για να φτάσει μέσα απ’ την Αγγλοκρατία (που δεν την έβλαψε) ακμαία ως τις μέρες μας.

Επιμύθιο

Ιδανικός κριτής για την Παράδοση της Κύπρου ο Ελύτης, που ομολογεί: «Δεν ξέρω αν έχουμε άλλο τέτοιο παράδειγμα στην ιστορία. Καμιά σχεδόν ποίηση ξένης χώρας δεν ασχολείται με την Ιστορία και την μοίρα του λαού της. Επειδή ο Ελληνισμός έζησε πάντοτε κοντά στον κίνδυνο. Επειδή ό,τι κινδυνεύει, ζητάς να το διασώσεις. Επειδή στο βάθος μάς φοβόντουσαν…και μας πολεμούσανε. Ή μήπως αυτό δεν συμβαίνει με την Κύπρο; Η ψυχή μας αυτή, μέσα απ’ την Παράδοση, είναι μεγάλη υπόθεση…»

Ιωσήφ Σ. Ιωσηφίδης
συγγραφέας, ερευνητής
Αντιπρόεδρος του Συνδέσμου Πολιτισμού Ελλάδας Κύπρου

26 Ιουνίου, 2020