Βραβείο Λογοτέχνη

Παρουσίαση του Έργου του Κυριάκου Χαραλαμπίδη
Σκεπτικό Βράβευσης

Επιμέλεια, Παρουσίαση:
Δρ Ιωσήφ Σ. Ιωσηφίδης, Πρόεδρος 1ης Επιτροπής Βράβευσης (2019-2021),
Αντιπρόεδρος ΣΠΕΚ, Πρόεδρος της Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου, ποιητής”

Α. Παρουσίαση του Έργου του Κύπριου ποιητή Κυριάκου Χαραλαμπίδη

Ο Κυριάκος Χαραλαμπίδης (Κ.Χ.), γεννημένος το 1940 στην πολίχνη Άχνα, κοντά στην Αμμόχωστο, άρχισε να γράφει ποίηση από την ηλικία των εννέα χρόνων. Έγραψε κατά σειρά τα ακόλουθα έργα:

1η Ποιητική Συλλογή ‘Πρώτη Πηγή’ (1961) με τη βοήθεια του Νικηφόρου Βρεττάκου και τη στήριξη συμφοιτητών του, όπως ο Ευαγγελάτος, ο Μπαμπινιώτης, ο Γιατρομανωλάκης, ο Σβολόπουλος. Ο Βρεττάκος έγραψε κριτική στο περιοδικό «Επιθεώρηση Τέχνης», όπως και ο Φώτης Κόντογλου.

2η Ποιητική Συλλογή, «Η άγνοια του νερού» (1967, εκδόσεις «Ίκαρος») προλόγισε ο ποιητής Τάκης Παπατσώνης). Ο Κ.Χ. θέτει τις βάσεις, την έκφραση και ισορροπία των πραγμάτων. Συνειδητοποιεί ότι η ποίηση θα καταστεί η τελεσίδικη μοίρα του. Ο Παπατσώνης τον παρακινεί να βρει σ’ αυτήν το πρέπον δέος.

3η Ποιητική Συλλογή, «Το αγγείο με τα σχήματα» (1973). Με άρθρα τους ο καθηγητής Γ.Π. Σαββίδης και η Νόρα Αναγνωστάκη επαίνεσαν το βιβλίο του. Κάνει χρήση εκφραστικών μέσων και εικόνων, με ευλυγισία και τόλμη, όπως το ποίημα «To Άι Γιωρκούδιν». Η Συλλογή τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης Κύπρου.

4η Συλλογή, «Αχαιών Ακτή» (1977, επανέκδοση από τις Εκδόσεις Άγρα, 2003), αποδίδει την ανατροπή της ιστορίας στην ψυχή του ποιητή μετά την Τουρκική εισβολή (1974). Ο ίδιος δηλώνει ότι με αυτήν επέρχεται στην ποίησή του «η πρώτη άνοιξη πατρίδος». Η Συλλογή τιμήθηκε με Κρατικό Βραβείο Ποίησης Κύπρου.

5η Συλλογή, «Αμμόχωστος Βασιλεύουσα» (εκδ. Ερμής, 1982 – επανέκδ. Άγρα, 1997).Με τα 47 ποιήματα διασώζει την αρχέτυπη εικόνα της πόλης στη μνήμη των ανθρώπων, εξακτινώσει ακτίνες αγάπης προς την πόλη. Γράφει ότι ‘το βιβλίο έχει πολλαπλή ανάπτυξη. Αποτελεί μια προστατευτική ασπίδα πάνω από την κατεχόμενη και συλημένη πόλη.’ Το έργο του αναφέρεται στην απώλεια της γης, δηλαδή στη γεωγραφική πτυχή της τραγωδίας. Με το έργο δεν μιλώ για την Αμμόχωστο μόνο· μιλώ για τα πάθια της πατρίδας μέσα από ένα σύμβολο’. Η Συλλογή αυτή τιμήθηκε με Κρατικό Βραβείο Ποίησης. Το μελοποίησε ο Μάριος Τόκας.

6η Συλλογή, «Θόλος» (εκδ. Ερμής, 1989 – επανέκδ. Άγρα, 1998), έχει ως θεματική την τραγική πτυχή της τύχης των αγνοουμένων. Ενώ ‘Η Αμμόχωστος Βασιλεύουσα’ καλύπτει το γεωγραφικό πλαίσιο της κατεχόμενης πατρίδας, η Συλλογή του Κ.Χ. ‘Ο Θόλος’ με 31 τραγικές προσωπογραφίες –με αγνοούμενους που χάθηκαν αναπαριστά τον ανθρώπινο σπαραγμό. Το έργο «Θόλος» τιμήθηκε με Βραβείο από την Ακαδημία Αθηνών.

7η Συλλογή, «Μεθιστορία» (εκδ. Άγρα,1995, επανεκδ.2000) τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης στην Ελλάδα. Επιχειρεί να εκφράσει μια βαθύτερη ερμηνεία της Ιστορίας. Μέσα στο ιστορικό πλαίσιο τα πράγματα αποκτούν υπερβατικό προσωπικό χαρακτήρα. Στοχεύει να εκτοπίσει ψευδαισθήσεις μιας πραγματικότητας. Έχει στοιχεία καβαφικά, μείγμα ειρωνείας και ανατροπής, αλλά κυρίως είναι ένας ύμνος για την αλήθεια, προς το ήθος, τη δύναμη των ανθρωπίνων πραγμάτων. Είναι η τραγωδία μετά την τραγωδία, η ιστορία πέρα απ’ την ιστορία. Διαγράψει την τραγωδία, που είναι δίκοπο μαχαίρι δεν θέλει συναίσθημα, αλλά αίσθημα.

8η Συλλογή, «Δοκίμιν» (εκδ. Άγρα, 2000) ποιητική σύνθεση, που εκφράζει τη δοκιμασία του πνεύματος αλλά και της αγάπης που πρέπει να κερδίσει ο ποιητής ή ο άνθρωπος, αφού σηκώσει το βαρύ λιθάρι του και καταξιωθεί με τη γενναιότητα που επέδειξε κατά τη δημιουργία του έργου που είναι αποτέλεσμα έρωτος. Επιχειρεί να διαρθρώσει σπονδυλωτά την ύπαρξη ενός ολόκληρου κόσμου, τις πολλές όψεις της εξωτερικής ιστορίας και της εσωτερικής ανθρωπογεωγραφίας. Τη Συλλογή τη θεωρεί ως ένα γαλαξιακό συγκρότημα.

9η Συλλογή, «Αιγιαλούσης επίσκεψις – ένα ποίημα και ένα σχόλιο» (εκδ. Άγρα, 2003). Είναι ποίημα ογδόντα στίχων που συνοδεύεται από ένα αυτοσχόλιο είκοσι δύο σελίδων. Με αυτό επιχειρεί να διασώσει τη μοναδικότητα του προσώπου του ανθρώπου που δένεται στενά με την κατεχόμενη γη (της Καρπασίας). Βασικά ο Κ.Χ. εκφράζει βαθιά ιδίαν αντίληψη για το δράμα του Ελληνισμού που συνεχώς μάχεται.

10η Συλλογή, «Κυδώνιον μήλον» (εκδ. Άγρα, 2006). Μία μετεξέλιξη του μύθου σε συνομιλία με στοιχεία της ελληνικής διαχρονίας και με νεότερα ξένα στοιχεία. Συναιρεί την εθνική του συνείδηση με την ευρωπαϊκή με στήριγμα τη συνείδηση της Ελληνικής γλώσσας, που ενισχύει τις ευρωπαϊκές· εισάγει και οικουμενικές αξίες.

11η Συλλογή, «Ίμερος» (Μεταίχμιο, 2012). Η θεματική του αφορά τον Έρωτα. Ο ποιητής είναι επηρεασμένος από το διάλογο Διοτίμας και Σωκράτη. Ως ‘καλόν’ ορίζει την ομορφιά, ο δε ίμερος είναι η έντονη λαχτάρα για μια τέτοια ομορφιά που ελλείπει. Ποιητικό δοκίμιο για τον έρωτα, τη Ζωή, τα γύρω της και τα υπεράνω της.

12η Συλλογή, «Στη γλώσσα της υφαντικής» (εκδ. Μεταίχμιο,2013). Βλέπει με στοχασμό (και με λίγη ιστορική μνήμη ) την παλλόμενη ζωή, το μυστήριο της ύπαρξης και της καλλιτεχνικής δημιουργίας.

13η Συλλογή, «Ηλίου και Σελήνης άλως» (εκδ. Ίκαρος, 2017), επιχειρεί να εκφράσει τη σύζευξη του γήινου με το ουράνιο, το γάμο του Ηλίου και της Σελήνης σε ρεαλιστικό και παράλληλα σε συμβολικό επίπεδο. Περιέχει μύθο αλλά μόνο ως περίγραμμα. Σημασία δίδει στις λέξεις που αποκτούν συνείδηση του ‘είναι’ τους. Έχει εστίαση στην ανέλιξη από το ερωτικό και μητρικό στοιχείο προς μια ανώτερη και εξανθρωπισμένη υπόσταση
αποκαλύπτει έναν διπλό φιλοσοφικό στοχασμό α) πικρό, γιατί το ανθρώπινο θηρίο παρεμβαίνει στην τάξη του σύμπαντος, και β) αισιόδοξο, αφού το ‘μυστήριο’ παρότι διαταραγμένο ‘μένει’. Επιλέγει το φως.

Το συγκεντρωτικό έργο του «Ποιήματα 1961-2017» (Εκδόσεις Ίκαρος) των δεκατριών ποιητικών συλλογών του προβάλλει σε χίλιες σελίδες, την ελληνική και οικουμενική διάσταση της ποίησής του.

14η Συλλογή,‘Σαλιγκάρι και Φεγγάρι’ (εκδ. Καλειδοσκόπιο, 2018). Εδώ ο Κ.Χ. εμφανίζεται με ανανεωμένη φωνή και συνομιλεί με τα παιδιά. Είναι κλασική ποίηση σε παραδοσιακό στίχο και ομοιοκαταληξία, ρυθμό, μουσικότητα, εσωτερική αρμονία και διευρύνει τα όρια της δημιουργικής φαντασίας των παιδιών και τα εξοικειώνουν με τον ποιητικό λόγο και ρυθμό, με σπάνιες εικόνες και μεταφορές, διευρύνουν τη λογική τους, τα “ψυχαγωγούν” με την αρχαία του όρου σημασία και τους καλλιεργούν την αισθητική. Στην παιδικότροπη ποίηση του υπάρχουν στοιχεία, πολλά κοινά με αυτά της κύριας ποίησής του πχ. χιούμορ, ειρωνεία, λυρισμός Τιμήθηκε το 2019 (φέτος) με το Κρατικό Βραβείο Κύπρου στο θέμα ‘Λογοτεχνία για Μικρά παιδιά’.

Η μετάφραση του έργου «Ρωμανός ο Μελωδός – Τρεις ύμνοι» από τον ποιητή (εκδ. Άγρα, 1997), κατορθώνεται με χρήση του προσωπικού του λόγου, έτσι ώστε να θεωρεί τη μετάφρασή του αυτή ως ποιητική-αντιπρότασή του – υποδυόμενος τον Ρωμανό. Στην αρχή τον υποδύεσαι μετά ταυτίζεσαι μαζί του. Επίσης δοκιμάζει την αντοχή της γλώσσας κάτι που τον βοηθά να συγκροτείσαι ως άνθρωπος.

Στη Συλλογή των δοκιμίων του ‘Ολισθηρός Ιστός’ (Εκδόσεις Σοκόλη, 2009) ο Κ.Χ. αγκαλιάζει πρόσωπα με ζέση, φωτίζει και μεγεθύνει θέματα από τον πάτριο χώρο, τον Ελληνισμό, τη μυθολογία και την τραγωδία, ενώ απαντάται και κάποιος διάλογός του με το έργο του Σολωμού και η ποιητική αναγνώριση της μυθικής Ελένης.

B. Ανάλυση του έργου του Κυριάκου Χαραλαμπίδη, ως βάση για το Σκεπτικό Βράβευσης

Η σταδιακή καταξίωση της ποίησης του Χαραλαμπίδη στην Κύπρο και στην Ελλάδα τις τελευταίες τέσσερις δεκαετίες, αντιστρέφει την επιφυλακτική στάση των Ελλήνων να αποδεχθούν ένα Κύπριο λογοτέχνη. Κατόρθωσε ο ποιητής να γίνει αποδεκτός από την ελλαδική λογοτεχνική και κριτική κοινότητα χάρη στο ταλέντο του και στη νέα πνοή που εμφύσησε στο λογοτεχνικό χώρο. Η νεότερη εθνική τραγωδία, η κυπριακή, λειτούργησε από τον Χαραλαμπίδη εδώ και δεκαετίες ως η ιστορική μήτρα για την αναβίωση του τύπου του εθνικού ποιητή, κάτι εγκαταλελειμμένο στην Ελλάδα, από τον καιρό του Σολωμού και του Κάλβου. Η ποίηση του Χαραλαμπίδη συνέχεται από τη στέρεα λόγια συγκρότηση του δημιουργού της. Με βάση πηγές, έχει περιδιαβάσει, όλη την ιστορία της Κύπρου και της Ελλάδας και στην ποίησή του υπάρχει έντονη διαλογική σχέση με την ελληνική λογοτεχνία και την παράδοση μέσα από βυζαντινά, αρχαιοελληνικά και νεότερα κείμενα, με το δημοτικό τραγούδι και τη νεότερη ποίηση.

Παρά τη βαριά ανάσα των ποιημάτων του, λόγω του πόνου για την προσφιλή πατρίδα του εντός τους, δεν απουσιάζει το ερωτικό στοιχείο αφού είναι διάχυτο στη 11η συλλογή του ‘Ίμερος’ αν και απαντάται και σε παλαιότερη ποίησή του, όχι όμως το ίδιο έντονη. Έρως βασικά είναι και ο ποιητικός δρόμος επιστροφής στη γενέθλια γη, στη μητρική γλώσσα με σπάνια μεταφορικότητα, με λαμπερές εικόνες και καταδύσεις στη γλωσσική μνήμη, με αναδύσεις στο φως της δημιουργίας, με θέμα τον έρωτα κατά την αρχαιοελληνική ιδέα.

Κατορθώνει να ενσωματώσει στο σώμα της ποίησής του φράσεις και λέξεις από το ποιητικό παρελθόν, η δε σύντηξη αυτή, του γενικά σύγχρονου και του εκφραστικά παλιού, λειτουργεί θαυμάσια με εμβόλιμες κυπριακές και ελληνικές λέξεις από δημοτικά άσματα. Γράφει με βαθιά γνώση της ελληνικής λογοτεχνικής παράδοσης, την οποία αφομοιώνει και αξιοποιεί ενώ διατηρεί και την ιστορική συνείδηση και μια εγρήγορση για τις πρωταρχικές αξίες, με ευαισθησία και πρωτότυπο ποιητικό λόγο. Δεν μπορεί να αμφισβητηθεί ότι η ποίηση του είναι μια σύγχρονη εθνική ποίηση, του σήμερα, με αισθητικό κύρος – παρόλο που αυτό το είδος δεν είναι στις μέρες μας ενεργό αλλά έχει γίνει πια απόμακρο και ιδεολογικά ύποπτο από κάποιους.

Μελετητές του έργου του, όπως οι Καθηγητές Θεοδόσης Πυλαρινός και Ευριπίδης Γαραντούδης, επισημαίνουν τη διακειμενική σχέση του ποιητή με κείμενα του Σολωμού. Διαπιστώνουν ένα ανάλογο πυκνό λυρισμό, αξιοποίηση της λαϊκής γλωσσικής παράδοσης και ιδίως του δημοτικού τραγουδιού. Παράλληλα ο ποιητής εδώ αναζητεί ένα ηθικό τρόπο ζωής. Προκρίνει, όπως παλιά έπραξε και ο Σικελιανός, μια εθνική ποίηση με ελληνοκεντρισμό που να διαστέλλεται σε κοσμικό μοντέλο. Ορθά επισημαίνει ο Γαραντούδης ότι ο τύπος εθνικού ποιητή που ανέπτυξε ο Χαραλαμπίδης αντλεί την καταγωγή του από την ποίηση του Σεφέρη. Το βασικό γνώρισμα αυτής της σχέσης το διαπίστωσε και ο Καθηγητής Δημήτρης Μαρωνίτης.

Ο Χαραλαμπίδης για την Κύπρο, όπως και ο Γιώργος Σεφέρης για την Ιωνία και την Ελλάδα, διενεργεί ποιητική μελέτη της γενέθλιας πάτριας γης και του ιστορικού χρόνου της, αλλά και του παρόντος, με στόχο να φτάσει στην ουμανιστική διάσταση της ποίησής του, πέρα από έθνος και ιδεολογία· ουμανιστική με την έννοια ότι αποβλέπει στην άρση ή στην καταγγελία των μηχανισμών της ιστορίας που επιβάλλουν την αδικία και ασκούν βία σε βάρος των αδυνάτων, ευνοώντας τους αδικοπραγούντες ισχυρούς ή τύραννους. Είναι γι’ αυτό που η ποίησή τους εντρυφεί συνεχώς και αναζητεί την ελληνική ταυτότητα, ως μέτρο της αυτοσυνειδησίας του.

Ο Χαραλαμπίδης, με ένα δικό του εκλεπτυσμένο τρόπο ιστορεί όπως ο Καβάφης και μυθολογεί όπως ο Σεφέρης. Έχει κάποτε ειρωνική στάση έναντι της Ιστορίας, ενώ κάποτε έχει τον ‘καημό της Ρωμιοσύνης’ και φέρνει στη μνήμη μας την απαίσια μοίρα και τις κατάφωρες αδικίες σε βάρος του ελληνισμού, κυρίως του μαχόμενου κυπριακού ελληνισμού. Η μνήμη – στη γραμματειακή, μυθολογική και ιστορική διάστασή της – είναι ο κύριος άξονας του έργου του. Αλλά είναι μια μνήμη που οδηγεί και εκβάλλει στο σήμερα, την οποία ο ποιητής αποτιμά ευθέως ή με ποιητικούς υπαινιγμούς. Εξάλλου, ο αρχαιοελληνικός μύθος είναι οδηγός στην ποίησή του, όπως τον παρουσιάζει η Καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Αιγαίου και Μέλος της Επιτροπής Βράβευσης του ΣΠΕΚ Λουίζα Χριστοδουλίδου στο σύγγραμμά της: «Όψεις του αρχαιοελληνικού μύθου στην ποίηση του Κυριάκου Χαραλαμπίδη», Εκδόσεις Επιφανίου, Αθήνα 2019.

Γενικά, η ποιητική ‘επιστράτευση’ γεγονότων, χαρακτήρων και κειμένων της ενιαίας ελληνικής ιστορίας χαρακτηρίζει την ποίηση όσο και τα δοκίμια του Χαραλαμπίδη. Σε κάποιες συλλογές του στέκει πολύ κοντά στην παράδοση, όπως ο Παλαμάς και ο Καβάφης, και δίνει άνετο χώρο στα κείμενά του για το Βυζάντιο, και πριν και μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης, σε συνδυασμό με την ιστορική πορεία της Κύπρου.

Σε ό,τι αφορά την εναλλαγή γλωσσικού κώδικα στο ποιητικό έργο του Χαραλαμπίδη, η Καθηγήτρια Dora E. Solti του Πανεπιστημίου Eötvös Loránd της Ουγγαρίας παρατηρεί τρεις κύριες περιπτώσεις εναλλαγών: α) εναλλαγή ανάμεσα σε γλώσσες: ξενόγλωσσες λέξεις, εκφράσεις (αγγλικές, γερμανικές, γαλλικές) μέσα στο ελληνικό κείμενο, β) εναλλαγή ανάμεσα στην Κοινή Νεοελληνική και την κυπριακή διάλεκτο, και γ) εναλλαγή ανάμεσα στην αρχαία και τη νεοελληνική γλώσσα. Επίσης, τονίζει και τη σχέση της εναλλαγής γλωσσικού κώδικα με τη διακειμενικότητα. Η ποιητική φωνή του Χαραλαμπίδη στην ουσία αρθρώνεται με πρότυπο την καθημερινή ομιλία, αλλά και με πρότυπο την παράδοση μιας λυρικής ποίησης, πυκνής και ελλειπτικής.

Η ελλαδική λογοτεχνία στον αντίποδα, ομιλεί ελάχιστα για το κυπριακό δράμα. Ο Χαραλαμπίδης, διατηρεί μέχρι σήμερα τον καημό της χαμένης πατρίδας και μια βαθιά ριζωμένη ελληνική συνείδηση της Κύπρου. Γι’ αυτό υπηρετεί σταθερά και με συνέπεια μια ποιητική αντίληψη την οποία η ελλαδική μεταπολιτευτική ποίηση εγκατέλειψε στο μακρινό, λαμπρό παρελθόν της, ενώ κάποιοι κριτικοί Κύπρου και Ελλάδας κρίνουν ότι το θέμα αυτό έχει ήδη εξαντληθεί. Ωστόσο, δεν απαντάται από άλλους ποιητές το ερώτημα αν η στάση αποσιώπησής τους, της τραγωδίας, υποκρύπτει αίσθημα ενοχής των Ελλαδιτών λογοτεχνών έναντι του κυπριακού ελληνισμού για τα τραγικά συμβάντα του 1974. Αρκετά ποιήματα του Χαραλαμπίδη τόλμησαν και απέδωσαν ευθύνες για την κυπριακή τραγωδία. Επιπλέον υπαινίχθηκαν σε ποιους αποδίδονται οι ευθύνες. Έγραψε στίχο, με βαθιά πίκρα και καταγγελτική οργή για όσους ‘η Κύπρος, όπου εγένετο το ανόσιον έγκλημα πρέπει να μην υπήρξε ποτέ’. Όμως, συνέχισε να τα διαλαλεί μα και να μιλά για την Ελλάδα ως φάρο του. ‘Ένιωσα να υπάρχω στην Ελλάδα και είναι αλήθεια ότι στην Ελλάδα υπάρχω πιο πολύ απ’ ό,τι στην Κύπρο γενικώς’. Η ποίησή του δεν ατονεί από το βάρος της ‘λογιοσύνης’ της. Αποτυπώνει τα ίχνη της ελληνικής γλωσσικής διαχρονίας σε λέξεις ποιητικά ζωντανές. Κάποια ποιήματα του είναι αινιγματικά ή ερμητικά όμως προκαλούν συγκλονισμό ή αμηχανία αφού δίνουν κλειδιά στον αναγνώστη να προσδιορίσει την κατάληξη. Κι ο ίδιος λέει : ‘Αφήνω πάντα τον εαυτό μου διαθέσιμο στο ποίημα. Το ποίημα έρχεται πάντοτε σε μένα’.

Η Καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο του Αιγαίου Λουίζα Χριστοδουλίδου σε ένα πρόσφατο Συνέδριο στην Κύπρο για την Ποίηση του Κυριάκου Χαραλαμπίδη κατέδειξε την πρόσληψη και αναπαραγωγή του τυπικού των δημοτικών τραγουδιών και του λαϊκού πολιτισμού στο έργο του Χαραλαμπίδη που έχει τις αναγωγές της στη διαρκή προσήλωσή του στην παράδοση, στη συντήρηση και στη συνέχειά της. Όπως έγραψε η Δρ Χριστοδουλίδου: ‘Ο ποιητής μετουσιώνει σε ποίηση τον ρυθμό του κόσμου της Κύπρου, μέσα από τη λαϊκή θυμοσοφία, τα γνωμικά, τις προλήψεις, τις λαϊκές δοξασίες, ενώ αποθησαυρίζει στοιχεία και εικόνες της παράδοσης’. Τα αφομοίωσε και τα επεξεργάστηκε μέσα από ένα διάλογο γόνιμο. Μεταγγίζει αριστοτεχνικά την αίσθηση του δόκιμου ποιητή μέσα σε καλούπια του δημοτικού τραγουδιού, το οποίο όμως εκσυγχρονίζει και εκεί φαίνεται η ποιητική μαστοριά του. Δεν πρόκειται για φολκλορική μίμηση μα για ανανέωση, αφού τα μοτίβα, οι φόρμες και οι τεχνικές της δημοτικής παράδοσης αξιοποιούνται και μεταποιούνται με έναν ιδιαίτερο τρόπο, ώστε να επιτευχθεί η δημιουργική ανάπλασή τους. ‘Η εντρύφηση του ποιητή στο δημοτικό τραγούδι εντάσσεται και σ’ ένα ευρύτερο πλαίσιο θεωρητικού όσο και αισθητικού προσανατολισμού’. Η ταύτιση με τη γη και τα πάθη της, η διαδικασία της γέννησης, του έρωτα, της φθοράς, του θανάτου και της αναγέννησης, καθώς και το διπολικό αντιθετικό ζεύγος: ατομικό/ συλλογικό ασυνείδητο διατρέχουν το έργο. ‘Αναδεικνύει τη δημοτική παράδοση και τις επιβιώσεις της ως έναν σημαντικό παράγοντα της ενότητας του ελληνικού λαού και προβάλλει τη μείζονα συνείδησή της, όπως το έδειξαν ο Σολωμός και ο Σικελιανός.’

Οι ποιητικές μορφές της Μεθιστορίας, ανέρχονται από τον γήινο κόσμο στη Βασιλεία των Ουρανών. Είναι ιστορικές μορφές Κυπρίων μαρτύρων, των οποίων το παρελθόν αναμυθοποιεί ο Χαραλαμπίδης, και τους δικαιώνει και τους εμφανίζει σαν σε όραμα. Ένα σολωμικό θαύμα διενεργείται ποιητικά, καθώς οι ήρωες αυτοί, σαν άλλοι μαχητές του Μεσολογγίου, κινούνται σ’ έναν κόσμο μυθικό, ονείρου και μαρτυρίου. Το φυσικό φως τους αλλοτριώνεται σε «φως που πατεί χαρούμενο τον Άδη και τον χάρο» και ακυρώνει τον ιστορικό θάνατό τους. Την οντολογική σημαντικότητα του θανάτου αναιρεί, μεθιστορικά, κατ’ αντιστοιχία προς τα σολωμικά διακείμενα: το παρουσιάζει ως φως αγγελικό, «φως αθάνατο», ως το «ξανθό ποτάμι της αστραπής», ως «ανθοστόλιστο διαμάντι», ως ένα «φως αυθόρμητο» που βγάζει σαν «λάδανου ευωδιά», ως λουλούδι-αστραπή που «λαμπάζει», ως «αυγή της μυστικής ημέρας». Μέσα από σολωμικά διακείμενα, υπάρχει αναλογία ηρωικών μορφών του ποιητή με τις ιδανικές μορφές του Σολωμού, στους «Ελεύθερους Πολιορκημένους», όπου οι ήρωες καταλήγουν στην αποπνευμάτωση το δε «φως», ως φορέας του αγαθού.

Η παρουσία της Ελένης στα νεότερα έργα του, μεταπλάθει αρχαίες ελληνικές πηγές του μύθου και υπερβαίνει τις επιδράσεις από σχετικές πηγές και μεταγενέστερες λογοτεχνικές τάσεις. Όπως αναφέρει ο Καθηγητής Ανδρέας Βοσκός ‘ο ποιητής δίνει έμφαση στην επίδραση έργων της αρχαίας κυπριακής γραμματείας και στη συμβολική χρήση του ονόματος της Ελένης και των παρεμφερών μυθολογικών και λογοτεχνικών μοτίβων’ ακόμα και σε έργα που δεν αναφέρονται πρωτίστως σ’ αυτήν, με παράδειγμα το ‘Αφροδίτη-Ελένη’.

Ο ποιητής επηρεάζεται από εξωγενείς δυνάμεις, προσδιορίζει τον καλλιτέχνη-δημιουργό με ένα δικό του τρόπο και συμμετέχει στο ρέον κοινωνικό γίγνεσθαι και στις ιστορικοκοινωνικές συνθήκες της Κύπρου. φτάνει στα όρια του ποιητή προφήτη, του ποιητή νομοθέτη. Ο όρος «ποιητής» γίνεται μεταφυσικός, πνευματικός.
Ωστόσο, υπάρχουν και αρκετοί ξένοι ποιητές με το έργο των οποίων ο Χαραλαμπίδης έχει μια μικρότερη ή μεγαλύτερη εκλεκτική συγγένεια. Ο Καθηγητής Ε.Γαραντούδης βρίσκει ότι ποιήματα του Χαραλαμπίδη σχετίζονται με τη Θεία Κωμωδία του Δαντή, έχουν κρυπτικά, στοιχεία διαλόγου. Εντοπίζει πηγές δοκίμια του Τάκη Κ. Παπατσώνη και του T.S. Eliot που διαμόρφωσαν την αντίληψη του Χαραλαμπίδη για το δαντικό έργο.

Ένα άλλο ενδιαφέρον θέμα είναι ότι υπάρχουν δύο personae που απασχολούν έντονα την ποίηση του Χαραλαμπίδη και αυτά τα πρόσωπα είναι η ωραία Ελένη και ο Χριστός. Για τον Χριστό εστιάζει στο βιβλικό διακείμενο, με επιλεκτικές αναφορές στο πρόσωπο του Χριστού. Ο τρόπος που μετασχηματίζει αισθητικά το πρόσωπο του Χριστού, είναι συχνά ανατρεπτικός ή και προκλητικός. Όμως δεν του αποστερεί τη θεολογική και ιερή υπόστασή του. Είναι ένας Χριστός οικουμενικός, με βαθύ αρχετυπικό σχήμα του ποιητικού λόγου.

Κατά τον Καθηγητή Γιώργος Γιωργή ο ποιητής έδωσε πολυδιάστατη και ολοκληρωμένη παρουσία της Ελένης στη νεοελληνική ποίηση με αφηγήσεις, δοξασίες και παραλλαγές, από τα Κύπρια Έπη και τον Ευριπίδη ως τον Γκαίτε, τον Παλαμά, τον Σεφέρη και τον Ρίτσο. Η Ελένη του Χαραλαμπίδη είναι συνισταμένη όλων των αρχαίων και νεότερων λογοτεχνικών εκδοχών της Ελένης – ερωτική και πανέμορφη, θεά ή πόρνη, αθώα ή ένοχη, ιδιοτελής και πανούργα, άπιστη ή πιστή, μα πάντα θεϊκή. Πλέκει τη γενεαλογία της Ελένης, αναφέρει παιδιά που απέκτησε με τον Μενέλαο, τον Θησέα, τον Πάρη και τον Αχιλλέα, και ενυφαίνει τον νέο μύθο της ποίησής του. Η λειτουργία του έρωτα διαπερνά την ποίησή του. Έρως ζωής. Έρως ορθοδοξίας. Έρως πατρίδας.

Στο ποιητικό έργο του υπάρχει συνέχεια και μεταμορφωτική δύναμη, διαρκής παρουσία και επαναφορά του λυρικού αιτήματος. Μια εμβριθής λεξιλογική ανάλυση των ποιημάτων του θα αναδείκνυε και εξέχοντα λεξικά στοιχεία με βάση τη συχνότητα π.χ. συχνότητα εμφάνισης της λέξης ‘φως’. Ποιες είναι οι σημασιολογικές προεκτάσεις του έργου; Η μελέτη του ύφους και παραμέτρων του έχει ευρείες προεκτάσεις για την ερμηνεία και διαμορφώνει νέο πεδίο όπου συναντώνται η γλωσσολογία με τη λογοτεχνική θεωρία και κριτική.

Τέλος, κατά τον Μιχαήλ Πασχάλη, Καθηγητή στο Πανεπιστήμιο Κρήτης, ο ποιητής Χαραλαμπίδης, είναι κατ’ εξοχήν «αριστοτελικός» στη μέθοδο γιατί κινείται ανάμεσα στα «καθ᾽ ἕκαστον» της ιστορίας και στα «καθόλου» της ποίησης, από επιθυμία να εκφράσει ποιητικά την ιστορία ή τη διαλεκτική σχέση της με τον μη-ιστορικό χρόνο και επιπλέον έχει καταστήσει τον «μύθο» ουσιώδες στοιχείο της ποίησής του.

Γ. ΣΚΕΠΤΙΚΟ ΒΡΑΒΕΥΣΗΣ ΤΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗ

Με Απόφαση της Επιτροπής Βράβευσης του Συνδέσμου Πολιτισμού Ελλάδας Κύπρου – ΣΠΕΚ και έγκριση της Απόφασης από το Διοικητικό Συμβούλιο του ΣΠΕΚ, το ‘Βραβείο Λογοτέχνη για το Σύνολο του Έργου του’ για το έτος 2019 απονέμεται στον ποιητή Κυριάκο Χαραλαμπίδη, ο οποίος αποτελεί μια κορυφαία μορφή των Γραμμάτων της Κύπρου και του Ελληνισμού ευρύτερα, σε Ελλάδα και Διασπορά.

Είναι ο πιο εμβληματικός εν ζωή Κύπριος ποιητής, και ένας από τους πιο διαπρεπείς λογοτέχνες των τελευταίων δεκαετιών, με βεληνεκές που ξεπερνά τα όρια της Κύπρου και της Ελλάδας, δεδομένου ότι έργα του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες και έχουν ενταχθεί σε αρκετές ξένες Ανθολογίες. Το ουσιώδες είναι πως στην ποίησή του διακρίνεται μια έγκυρη εκσυγχρονισμένη εκδοχή με διακριτικά γνωρίσματα, όπως η σχέση της ποίησης με τη λογοτεχνική παράδοση, το γλωσσικό ήθος της, η προβολή καίριων ηθικών αιτημάτων, η στερέωση της ελληνικής ταυτότητας και αυτοσυνείδησης. Λειτουργεί με τόλμη και ήθος ως ποιητής του αρχέτυπου και του σύγχρονου, στον κυπριακό και ευρύτερο ελληνικό χώρο. Ως Κύπριος ποιητής, με εθνικές ευαισθησίες, εξακολουθεί να λειτουργεί με βάσεις τις τρεις λέξεις: ‘Πατρίδα’ και ‘Πανελλήνιο’ ‘Συνείδηση’ και με όραμα του τη ‘γενική πατρίδα των ανθρώπων’, όπως και η Ιδέα του Σολωμού και η ρήση του Σωκράτης ‘Είμαι Πολίτης του κόσμου’. Ιδίως με τις τελευταίες συλλογές του ο Χαραλαμπίδης φτάνει στη βαθιά ουμανιστική και υπερεθνική διάσταση της ποίησής του. Ζητεί ένα οικουμενικό μήνυμα για την προάσπιση των δικαιωμάτων του αδύνατου, για την ελληνική ταυτότητα και για τη «γενική πατρίδα των ανθρώπων».

Ο Χαραλαμπίδης επιχειρεί με ζήλο να γράψει εθνική ποίηση, με βαθιά γνώση και αφομοιωμένη αξιοποίηση της ελληνικής λόγιας παράδοσης, με ενεργή ιστορική συνείδηση και ηθική εγρήγορση, με σπάνια γλωσσική ευαισθησία και με πρωτότυπο ποιητικό ρήμα, μη επηρεαζόμενος από σύγχρονούς του που δεν το επιχείρησαν. Θέτει με το παράδειγμά του το καίριο ερώτημα: ‘Μπορεί να υπάρξει μια εκσυγχρονισμένη εκδοχή του τύπου του εθνικού ποιητή σήμερα, σε μια εποχή και σε έναν τόπο όπου αυτό το μοντέλο έχει καταστεί ήδη ποιητικά ανενεργό ή και ιδεολογικά επιλήψιμο;’ Η Κύπρος είναι η αφορμή, η πέτρα, η έγνοια της πατρίδας· αλλά πατρίδα δεν είναι μόνο η Κύπρος μα και η γλώσσα, ο Ελληνισμός, ο κόσμος. Η ποίηση του μοιάζει με πέτρα ριγμένη σε λίμνη όπου κάνει ομόκεντρους κύκλους μέχρι να καλύψει όλο το εύρος της.

Η ποίηση του φιλοδοξεί ν’ αναχθεί σε μια ασπίδα για την επιβίωση λαών με ιστορία. Εκλεκτός της τέχνης του, δόθηκε στη έλξη της Τέχνης και την υπηρέτησε με ταλέντο, πίστη, αφοσίωση μα και με ατομική ευθύνη, ήθος και επίγνωση, στον ιερό σκοπό του. Η υψηλή αισθητική αξία της ποίησης του Χαραλαμπίδη τον αναδεικνύει ως έναν από τους πιο σημαντικούς Έλληνες ποιητές των τελευταίων 50 χρόνων. Εκτιμώντας τη μέγιστη προσφορά του στα Γράμματα, ο Σύνδεσμος Πολιτισμού Ελλάδας Κύπρου του απονέμει το ‘Βραβείο Λογοτέχνη για το Σύνολο του Έργου του’.

Δρ Ιωσήφ Σ. Ιωσηφίδης
Πρόεδρος της Επιτροπής για το
Βραβείο Λογοτέχνη για το Σύνολο του Έργου του

Ποιήματα του Κυριάκου Χαραλαμπίδη

Τι είναι ο Πνυταγόρας όλοι ξέρουμε
ή θα μπορούσαμε να μάθουμε
(της Σαλαμίνας λένε που ήταν βασιλιάς).
Την Πνυταγόρου όμως, την μικρή μου Πνυταγόρου (1)
ανάμεσα Τίμιο Σταυρό και Αγία Ζώνη, (2)
την ξέρω εγώ και μόνο εγώ. Αλίμονο σε μένα:
Ζηλεύω τις ποντίκες τουτουνού του δρόμου,
Τ’ αδέσποτα σκυλιά, τους άγριους γάτους
που ερχόμενοι Ακροπόλεως και κατεβαίνοντας
οδός Πεντέλης και Ιλαρίωνος εκβάλλουν
στην Πνυταγόρου μου – καλότυχα παιδιά!

Ήθελα να ’μουνα η ποντίκα του σπιτιού μου,
τ ’αδέσποτο σκυλί που μπαίνει στην αυλή μου
κι ο άγριος γάτος που ανοίγει το ψυγείο
να βρει το ξεχασμένο του κοτόπουλο.

Και να ’μουνα το φίδι κι η τσουκνίδα,
το δέντρο που ξεράθηκε, η σπασμένη πόρτα,
πόθος ελίχρυσος που σκοτωμένος πέφτει
να κοιμηθεί σε δίχτυα της αράχνης.

(1) Οδός Πνυταγόρου, οδός όπου διέμενε ο ποιητής

(2) Συνοικίες της Αμμοχώστου, που γειτνιάζουν.

Είχε τριακόσια στρέμματα γης υπό κατοχήν (1)
και τον πατέρα της στα βάθη της Ανατολής. (2)
Θα παντρευόταν ευτυχώς ένα καλό παιδί.

Κατά την τελετή του μυστηρίου
δεν πρόσεξε κανένας τον πατέρα της.

Μπήκε απ’ το νάρθηκα κρυφά και στάθηκε
πίσω από μια κολόνα και καμάρωνε.
Ύστερα σκούπισε με το μανίκι του
το ξεσκισμένο και φτωχό του δάκρυ.

Τον πήρανε για ηλίθιο του χωριού
και τον αφήκανε στην ησυχία του.

Τελειώνει ο γάμος, και να χαίρεστε τα στέφανα.
Παίρνουν κουφέτα και λουκούμια, μπαίνουν
καθένας στ’ αυτοκίνητό του, χάνονται.

Ο στοργικός πατέρας πάει κι αυτός
στην Πράσινη Γραμμή περνά σκυφτός (3)
παίρνει ξανά τη θέση του στο χώμα.
.
————
(1) “υπό κατοχήν” – Άκυρη έκφραση, τώρα λέμε “περιουσίες που άφησαν Ελληνοκύπριοι στο βόρειο μέρος της Κύπρου”

(2) “Ανατολή”- Εκεί όπου ο τουρκικός στρατός έπαιρνε “όσους έχαναν τον δρόμο τους” και γίνονταν δήθεν αγνοούμενοι

(3) “Πράσινη γραμμή – Νοητή γραμμή που διαμορφώθηκε μετά την τουρκική “επιχείρηση” στην Κύπρο και χωρίζει “την ε/κ από την τ/κ διοίκηση”

Παιδί με μια φωτογραφία στο χέρι
με μια φωτογραφία στα μάτια του βαθιά
και κρατημένη ανάποδα με κοίταζε.

Ο κόσμος γύρω του πολύς κι αυτό
είχε στα μάτια του μικρή φωτογραφία,
στους ώμους του μεγάλη και αντίστροφα
στα μάτια του μεγάλη, στους ώμους πιο μικρή,
στο χέρι του ακόμα ποιο μικρή

Ήταν ανάμεσα σε κόσμο με συνθήματα
και την κρατούσε ανάποδα, μου κακοφάνη

Παιδί με μια φωτογραφία στο χέρι
με μια φωτογραφία στα μάτια του βαθιά
και κρατημένη ανάποδα με κοίταζε.

Κοντά του πάω περνώντας πινακίδες
αγαπημένων είτε αψίδες και φωνές
που `χαν παγώσει και δε σάλευε καμιά.
Έμοιαζε του πατέρα του η φωτογραφία.
Του τηνε γύρισα ίσια κι είδα πάλι
τον αγνοούμενο με το κεφάλι κάτω.

Όπως ο ρήγας, ο βαλές κι η ντάμα
ανάποδα ιδωμένοι βρίσκονται ίσια,
έτσι κι αυτός ο άντρας ιδωμένος ίσια
γυρίζει ανάποδα και σε κοιτάζει.

Παιδί με μια φωτογραφία στο χέρι
με μια φωτογραφία στα μάτια του βαθιά
και κρατημένη ανάποδα με κοίταζε.

(Μουσική Μάριος Τόκας, Ερμηνεία, Δημήτρης Μητροπάνος)

Ως αποστάζ’ η τσικουδιά έτσι αποστάζ’ η αγάπη
που `χει σταφύλι στην καρδιά στο μέλι το γινάτι

Όσο καλή ειν’ η τσικουδιά που καίει τα σωθικά μου
έτσι μ’ αυτή δροσίζεται η έρημη καρδιά μου

Στη μια μεριά ειν’ ο Λούκουλος στην άλλη ο Κορνάρος
τρώνε και πίνουν και λαλούν παίδεψη να `χει ο Χάρος.

Μικρή εισαγωγή (από εφημερίδες, Φλεβάρης 2003) => Κόρη Ελληνοκυπρίου, ο οποίος σκοτώθηκε το 1964 στην Πάφο, στάθηκε μπροστά σε τάφο Τουρκοκυπρίου (ετών 24), που έπεσε με τον πατέρα της στην ίδια περιοχή. Η κόρη αναρωτήθηκε μήπως αυτός είχε σκοτώσει τον πατέρα της ή μήπως αντίστροφα χάθηκε από το χέρι εκείνου. Ύστερα πήρε μια δέσμη από τα λουλούδια που είχε βάλει στον τάφο του πατέρα και την εναπέθεσε στον τάφο του Τουρκοκυπρίου, αφού τον καθάρισε από τ’ αγριόχορτα.

Τα κόκαλα του ανάσταση γιομάτα
την κόρη του θωρούν τη μαυρομάτα
που’ ναι σαράντα πέντε τώρα χρόνια
χαράς πνοή, με νύφες και μ’ αγγόνια.
Του ’φερε λίγα δροσερά π’ ανθίζει
ο μόσχος τους κι ο μίσχος λουλουδίζει
άνθη πού τ’ απιθώνει επά στη μνήμη
οπούθε κρένει χορτασμένη κρήνη.
Αν η ζωή του γκρέμισε τα τείχη
ωστόσο το ’φερε θαρρείς ή τύχη
να κατοικεί σε παραδίπλα τάφο
εκειός πού του’ κανε το σώμα τράφο.

Για να ’χ’ η κόρη του δουλειά να κάνει·
να του ξεχορταριάσει το φεγγάρι
κι απο την πλάκα του πατρός ολίγα
να βάλ’ εις Τούρκου τάφο άνθη και κρίνα.

Από την Ποιητική Συλλογή «Κυδώνιον Μήλον», Άγρα 2006

Διακρίσεις και Τιμές

Στην ποιητική διαδρομή του για πάνω από μισό περίπου αιώνα, ο Χαραλαμπίδης τιμήθηκε με πολλές διακρίσεις, συγκεκριμένα τις εξής (με χρονολογική σειρά) :

1974: Κρατικό Βραβείο Ποίησης Κύπρου για το βιβλίο «Το αγγείο με τα σχήματα»

1978: Κρατικό Βραβείο Ποίησης Κύπρου για το βιβλίο «Αχαιών Ακτή»

1983: Κρατικό Βραβείο Ποίησης Κύπρου για το βιβλίο «Αμμόχωστος Βασιλεύουσα»

1989: Ακαδημία Αθηνών – Βραβείο Μερόπης Οικονόμου για το βιβλίο «Θόλος»

1996: Κρατικό Βραβείο Ποίησης Ελλάδας για το βιβλίο «Μεθιστορία»

1997: Βραβείο Ελληνικής Εταιρείας Μεταφραστών Λογοτεχνίας για το βιβλίο «Ρωμανός ο Μελωδός: Τρεις Ύμνοι»

1998: Διεθνές Έπαθλο Καβάφη από το Ίδρυμα Κ.Π.Καβάφης (εδρεύει στην Αίγυπτο)

2003: Ακαδημία Αθηνών – Βραβείο Κώστα και Ελένης Ουράνη για το σύνολο του ποιητικού του έργου

2006: Βραβείο Πολιτιστικής Προσφοράς Τεύκρου Ανθία – Θοδόση Πιερίδη

2007: Αριστείο Γραμμάτων, Τεχνών και Επιστημών της Κυπριακής Δημοκρατίας

2013: Επίτιμος διδάκτορας του Τμήματος Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών

2013: Αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών στον κλάδο Λογοτεχνίας (Ποίησης) στην Τάξη των Γραμμάτων και των Καλών Τεχνών

2017: Τιμητικό Βραβείο από το Πανεπιστήμιο του Παλέρμο (Έδρα Νεοελληνικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας) που απονέμεται «σε μια εξέχουσα προσωπικότητα των Ελληνικών Γραμμάτων για το σύνολο του έργου της»

2019: Βραβείο ‘Γιώργος Φιλίππου Πιερίδης’ από την Ένωση Λογοτεχνών Κύπρου

2019: Ιδρυτικό μέλος της Κυπριακής Ακαδημίας Επιστημών, Γραμμάτων και Τεχνών 2019: Κρατικό Βραβείο Κύπρου για Παιδική Ποίηση για το βιβλίο ««Σαλιγκάρι και φεγγάρι»