Κριτικές Προσεγγίσεις

29/12/2020 | Το εκπαιδευτικό Σύστημα στην Ελλάδα 1980-2010

Αναφορικά με τη σχολική γνώση και τα προγράμματα σπουδών στην Ελλάδα στο διάστημα 1980-2000 (Συστήματα γνώσης, ισχύοντα καθεστώτα και αδυναμίες, σχέδια για τη βελτίωση της γενικής εκπαίδευσης) ο κριτικός μελετά ενεργητικά την πορεία της εκπαιδευτικής μεταρρύθμισης αλλά και προγενέστερες κριτικές. Ερευνά πρώτα τις δύο ‘σχολές’ αξιολόγησης και αποτίμησης του εκπαιδευτικού έργου που αναπτύχθηκαν στο διάστημα 1990-2000, αποτυπωμένες σε δύο τάσεις:

α. Η αποτίμηση των προγραμμάτων σπουδών υλοποιείται με ποσοτικά κριτήρια π.χ. επίδοση μαθητών σε βασικές δεξιότητες, απόδοση σε ποσοστά της ευθύνης των υπευθύνων φορέων σε όλα τα επίπεδα σχετικά με τα αποτελέσματα

β. Η ποιοτική αποτίμηση της εκπαιδευτικής διαδικασίας με βάση την καθημερινή απόδοση των μαθητών αντί με την περιστασιακή αξιολόγησή σε διαγωνίσματα.

Μαζί με τη συνολική επίδοση του μαθητή μέσα από φακέλους, συνυπάρχει η αυτοξιολόγηση των μαθητών και η αξιολόγηση των εκπαιδευτικών από αυτούς. Με βάση αυτά τα αποτελέσματα καθορίζονται νέοι στόχοι με σκοπό οι μαθητές να ενθαρρύνονται ώστε να αναπτύσσουν ‘ιδία’ ευθύνη στη διαδικασία της μάθησης.

Η κριτική προσέγγιση καλύπτει κρίσιμα θέματα για συνεχή στοχασμό, όπως:

i. Η αναζήτηση της γνώσης να διενεργείται μέσα από πολλαπλά ερεθίσματα και ποικίλες διδακτικές πηγές, πέραν του δασκάλου, του διδακτικού εγχειριδίου και της διδακτικής αίθουσας. Το εκπαιδευτικό έργο πρέπει να βασίζεται σε ποιοτικές μεθόδους που αφορούν το πολυσυλλεκτικό βιβλίο, τον εκπαιδευτικό, τα μέσα και κοινωνικούς συντελεστές (διακρίσεις, αποκλεισμοί, ευκαιρίες εργοδότησης).

ii. Το «σύστημα γνώσης» αφορά τις αρχές και τους κανόνες δομής, μετάδοσης της γνώσης – σε σχέση με τους θεσμούς. Συνδέεται με την ανάπτυξη δεξιoτήτων, τη δια βίου μάθηση, την τεχνολογική εξειδίκευση, την εξ αποστάσεως παιδεία κ..α.

iii. Το «ρεαλιστικό καθεστώς» συνίσταται από το σύστημα γνώσης που επικρατεί και εμπεριέχει σχηματισμούς του λόγου (λόγοι, πρακτικές) και που αποδέχονται οι κρατικοί αρμόδιοι φορείς, ενώ εξαρτάται και από το επιστημονικό κύρος τους.

iv. Η μεταρρύθμιση (1997-2003) βασίστηκε στην εναρμόνιση του εκπαιδευτικού συστήματος με τα ευρωπαϊκά θέσμια, στην ευρωποίηση του λόγου με βασικές κατευθυντήριες, τον εκσυγχρονισμό και τη σύγκλιση – εξ’ ου και η εισαγωγή ενός πολυκλαδικού αναλυτικού προγράμματος με προσθήκη νέων μαθημάτων και αφαίρεση ύλης π.χ. τα Αρχαία Ελληνικά. Τελικά αποτελεί μια ασαφή διατύπωση εποχιακών αρχών ενός προγράμματος με αβέβαιο όραμα και προσανατολισμό.

v. Οι εκπαιδευτικοί σκοποί αλλάζουν ανάλογα με τους εκάστοτε πολιτικούς στόχους. Η διδακτική ύλη ‘επιφορτώνεται’ αλλά δεν αλλάζει πάντα προς το ουσιαστικότερο’. Η διαδικασία παραμένει δασκαλοκεντρική στα πλαίσια βιβλίων, χωρίς να παρέχονται ευκαιρίες στον μαθητή ν’ αναπτύσσει κρίση και δημιουργία.

vi. Σε ό,τι αφορά τη χρήση της Ελληνικής γλώσσας, ο χωρίς έπαρση διανοούμενος ανήκει στην κοινωνία και σέβεται την κουλτούρα. Όμως οι μαθητές αποφοιτούν και επηρεάζονται από την αδόκιμη γλώσσα των δημοσιογράφων, των ΜΜΕ, συχνά και των πολιτικών – μια γλώσσα πομπώδης, του εντυπωσιασμού, με συντακτικά λάθη, υπερβολές, αληθοφάνειες. Οι απόφοιτοι μαθητές – και το κοινό- ως θεατές θεωρούνται ως μια μάζα άβουλη, που δέχεται άκριτα κάθε πληροφορία ενός δημοσιογράφου ή παρουσιαστή που με αδύναμη γλώσσα δεν επικοινωνεί ορθά, δεν μπορεί να τεκμηριώσει αντίλογο ή αντίθετη άποψη, τείνει να ειρωνεύεται ή να υποτιμά. Εν ονόματι της «απελευθέρωσης» του λόγου εκφράζεται έτσι ώστε να υπερβαίνει τα όρια της κοινωνικής ηθικής. Οι ακροατές, που ως μαθητές δεν ανέπτυξαν κριτική σκέψη, έχουν την πλάνη ότι έτσι λειτουργεί η δημοκρατία. Η αδύναμη γλώσσα των ΜΜΕ μοιραία χειραγωγεί κι αποπροσανατολίζει το κοινό.

vii. Για να μη μολυνθεί η πρότυπη γλώσσα από εξωγενείς παράγοντες μέσα στον χρόνο, ενδείκνυται η επιστροφή στις παραδοσιακές ζωογόνες «ρίζες» της. Είναι αλήθεια ότι η γλώσσα, ως ζωντανός οργανισμός, θα δέχεται επιδράσεις από κοινωνικά αίτια – κυρίως εξωγενή. Ωστόσο, η Ελληνική γλώσσα είναι ισχυρή και αντέχει, σε εποχές κρίσης των αξιών και ιδεών. Η ίδια η γλώσσα συντηρεί την εθνική ταυτότητα – «την γλώσσα μου έδωσαν Ελληνική στις αμμουδιές του Ομήρου». Συναφώς, ο Κριτικός Γραμματισμός στηρίζει τη γλώσσα απέναντι στις πλάνες (fake news) αφού έχει στόχο να συνδέσουμε το ‘πώς μέσα από τη γλώσσα μεταδίδουμε ή να αμφισβητούμε νοήματα που κυριαρχούν στο κοινωνικό σύνολο και στα μέσα μαζικής επικοινωνίας’ και το ‘τί θέσεις μεταδίδουν και τί υπονοούν’.

Επιμύθιο: Η γλώσσα είναι η πνευματική ασπίδα, με παρελθόν, παρόν, διαχρονία.

Κριτική Προσέγγιση

του Δρα Ιωσήφ Σ. Ιωσηφίδη

επιστήμονα, ποιητή, θεατρικού συγγραφέα, πρώην Καθηγητή ΑΕΙ Κύπρου, Προέδρου Ένωσης Λογοτεχνών Κύπρου, Αντιπροέδρου Συνδέσμου Πολιτισμού Ελλάδας Κύπρου