Πτέρυγα: Νέοι

Φλωρεντία

ΦΙΛΙΠΠΟΥ _ ΦΛΩΡΕΝΤΙΑ_ΠΤΕΡΥΓΑ ΝΕΟΙ ΜΑΚΕΤΕΣ ΑΡΘΡΩΝ

Κωνσταντία Φιλίππου
Φιλόλογος, Λογοτέχνις
Κύπρος 2021

Η γιαγιά η Φουρεγκού επέθανε Φεβράρη μήνα, μια μέρα μετά τις προεδρικές εκλογές του Χριστόφια, εν αθυμούμαι ακριβώς τη χρονιά. Το 8; Θυμούμαι άλλα όμως τζιαι πάλε κάμνει. Μια μέρα πριν να πεθάνει στο νοσοκομείο, εψηφίσαμεν τζιαι εσυναχτήκαμε για να την δούμε πάλε. Τζιαι να μας δει τζιαι τζείνη, να μας ποσιαιρετήσει. Εμπαινοέβκαινε στο νοσοκομείο πολύν τζιαιρό τζιαι κάθε φορά εκρατούσαμεν σειρά να μας ποσιαιρετήσει, έτσι ήθελε. «Έλα Κωνσταντία μου, που να ‘χεις την ευτζιή μου, να σε ποσιαιρετήσω…». Ελάλε μου τζι’ άλλα, μα εν τα αθυμούμαι καλά, έκλαια πάντα. Θυμούμαι όμως άλλα και πάλε κάμνει.

Εκρατούσαμεν σειρά, τζιαι εν τζιαι είμαστε λίοι, ένας στρατός παιθκιά, αγγόνια και δισέγγονα. Ώσπου έμπορεν, εγένναν τζιαι ενίωνεν κοππελούθκια, δίχα να της φυσήσει κανένας μες στα μάθκια. Εποσιαιρέταν μας ούλους σειρά, εγιώ ήμουν που τους μιτσιούς, εστέκουμουν πίσω, αρκούσε λίο στους γιούδες, θκυo ήταν, ετραγούδα τους, μα εν πειράζει. «Απόστολε Αντρέα μου που ‘σαι στο περιγυάλι… κάμε μου τούντην χάρη…». Εν αθυμούμαι καλά τα λόγια. Θυμούμαι άλλα όμως και πάλε κάμνει. Ένας στρατός παιθκιά, αγγόνια και δισέγγονα, έκαμεν έντεκα γέννες. Ούλες πας στο αρμάρι γραμμένες, η μια πίσω που την άλλη. Το έναν το γιούδι επέθανε βρέφος. Οι άλλες δέκα ήταν θκυo γιούδες και οχτώ κόρες, σπίθκια και προιτζιά δώστου.

Είχε μια μάντρα τζιαι περβόλια ο παππούς μου, γάλεμα και χαλλούμια η γιαγιά μου, μαστόρισσα, επήαν ούλα μετά το 74, εμείνασιν ποτζεί. Ύστερα εκάμαν μια μάντρα ποδά, εμεινίσκαν τζιαι σε μια παράγκα για κάμποσον τζιαιρό, αθυμούμαι την, ήταν δίπλα που το σπίτι της μάνας μου, εμείς τζειμέσα ενιωθήκαμεν, παιχνίδι μες στα χώματα και τα κλουβκιά που τις όρνιθες του θκειου μου ύστερις. Και τωρά μάντρα το λαλούμεν κόμα τούτο το χωράφι τζιαι ας εφύτεψε μέσα ελιές ο θκειος μου, ούτε κλουβκιά, ούτε τίποτε πκιον. Ώσπου τζιαι εμυάλυνε ο παππούς μου, επαραίτησε τα κτηνά, την τελευταία φορά που τον αθυμούμαι στη μάντρα ήταν στο χαλάζι του 88. Εθώρεν την μόνο. Τίποτε πκιον.

Αθυμούμαι καλό, μιτσιά μα είχα το που τότε να αθυμούμαι. Αθυμούμαι καλά τη γιαγιά μου την Φουρεγκού μέσα σε τζείνη την παράγκα μες στη μάντρα, δίπλα που την αρμαρόλα να μου απλώνει ψωμί με βούτυρο τζιαι ζάχαρη τζιαι να μου λαλεί σαν εκαθούμαστον πάνω σε ένα πράσινο πάπλωμα για τη μηλιά και το κλειδίν της Πόλης. Ήταν ωραία τα τραούθκια της γιαγιάς μου. «Να κάμει μήλα κόκκινα…». Εν αθυμούμαι καλά τα λόγια. Θυμούμαι όμως άλλα και πάλε κάμνει.

Εμίλαν η γιαγιά μου, ετραούδαν, εκουβέντιαζε, ελάλε μου να μεν βάφω τα νύσια μου, εν ναιν καλά. Ούτε τις φούστες τις κοντές να τις φορώ. Εμίλαν η γιαγιά μου. Ώσπου τζιαι εμυάλυνε απότομα τζιαι τζείνη τζιαι ο παππούς. Αθυμούμαι τους που εμαράναν αντά τζιαι εχάσαν την Κατελού, μόλις στα σαράντα με θκυο μωρά μιτσιά. Καρκίνος. Ατύχησε. Ατύχησε πολλά, εν της ήταν γραφτό να ευτυχήσει. Ο χαρτωμένος της, δκυο μήνες και ύστερις αγνοούμενος. Καρτέρα καρτέρα εμυάλυνεν τζιαι εσάστην, εσάσαν την εις την Χώραν μακρά με έναν πολλά μυαλύτερο. Τζιαμέ την εθάψαμεν. «Να ‘πα να βρω την κόρη μου, να βρω την Κατελού μου, που έχασα την κόρη μου, να πνάσει η ψυσιή μου».

Τζιαι να σου πω, γιατί εν τούτο που αθυμήθηκα σήμερα και επήρεν με το παράπονο. Είχε το να το λαλεί η μάνα μου. Εδώκαν της στετές μου κάποτε δίπλωμα, η κυβέρνηση, βραβείο για τα πολλά κοπελλούθκια που εγέννησε και ωφέλεσεν την πατρίδα. Ετιμήσαν την σε τελετή τζιαι εγράψαν πάνω στο χαρτί πως έκαμεν εννιά παιθκιά. Εννιά… Θωρώ το τούτο το χαρτί, έχει το η μάνα μου στημένο πάνω που τους πάγκους της κουζίνας δίπλα που το κάδρο της γιαγιάς, γράμματα εν ήξερε, μα έραψε τζιαι έγραψε με την κλωστή τη βυσσινιά το όνομά της. Φλωρεντία. Εννιά εγράψασιν οι γέρημοι, επειδή η Κατελού επέθανε, λες τζιαι δεν την ενίωσε. Λες τζιαι δεν … Εσιώπησε η γιαγιά μου όμως, εσιώπησε, ίντα να πει, τζιαι τι να πεις τζιαι τι να σου πουν πίσω. Κόφτει τους; Εν τους κόφτει, με για τους ζωντανούς με για τους πεθαμένους. Εσιώπησε η γιαγιά μου, εμάρανε, εμαράζωσε τζιαι ελιανίσκαν οι κουβέντες της σιγά σιγά που τότες.

«Έλα Κωνσταντία μου, που να ΄χεις την ευτζιή μου, να σε ποσιαιρετήσω…».

Έσιει τόσα χρόνια τζιαι σήμερα μετά που τούτες τις εκλογές πάλε αθυμήθηκα την που εσιώπα.

Ξέρεις; Εν τζιαι εσιώπαν. Εμυάλυνα τζιαι εκατάλαβά το.

Εκατάπινεν.

Εκατάπινεν η γιαγιά μου.