Πτέρυγα: Νέοι

Ψηλαφώντας σ’ ουρανούς

γράφει ο Γαβριήλ Αλεξανδρίδης, μουσικός – βιολόγος
5/2/2021

Γενάρης, ημέρα πρώτη, μεσάνυχτα. Ένας λαμπερός δρομέας σκαρφαλώνει παθιασμένα στο μαύρο τ’ ουρανού. Όταν τερματίζει, βγάζει μια ιαχή κι απ΄την υπερπροσπάθεια σπάει. Τα χρωματιστά κομμάτια του κάνουν τσουλήθρα μέσα στη νύχτα, ώσπου σβήνουν. Εσύ, άναυδος απ’ τον εξώστη, μόλις χαμογέλασες μπρος στο θέαμα. Μια αχτίδα ευτυχίας σε μια άγονη γη θαρρείς πως είναι τούτο το πυροτέχνημα.

Μα μήπως μπέρδεψες το φως με το σπινθήρισμα; Η ίδια η λέξη στο φωνάζει, τέχνημα, φτιαχτό είναι αυτό που μόλις είδες, πώς μπορεί να γίνει ζωοδότης; Νομίζεις πως βάφοντας το σκοτάδι θα το δαμάσεις, όμως, αν πρόσεξες, οι σερπαντίνες που θαύμασες χάθηκαν σε δεύτερα. Αλλά τι λέω, εν γνώσει σου τρέφεις αυτήν την απομίμηση ελπίδας. Όντας οκνηρός ασπάστηκες το παροδικό, γιατί είναι εύκολο. Το φως, όμως θέλει κόπο, κι έτσι κατήντησες τυφλός. Γιατί έμαθα με τον καιρό ότι τυφλός δεν είναι μόνο αυτός που τα μάτια του σαν ντροπαλά παιδιά δεν μιλούν στο φως, αλλά κι αυτός που επίτηδες σβήνει το φως στο δωμάτιό του. Θα θυμάσαι εκείνο το παιχνίδι, την τυφλόμυγα. Ακόμα και τις ακτές που περιμένουν πίσω απ’ τον ορίζοντα να έβλεπαν τα μάτια σου, το μαντήλι έκρυβε ό,τι πιο κοντινό.

Γενάρης, ημέρα έκτη, χάραμα. Ένα κερί σκαρφαλώνει επιβλητικά στον ουρανό, για να μείνει ψηλά. Το Φως αυτό τρυπάει κάθε σκοτάδι, κάθε μαντήλι. Μόλις σου δόθηκε μια ευκαιρία.

Στιγμοδιφίες: η λέξη είναι προσωπικό δημιούργημα του συγγραφέα και προέρχεται από τα συνθετικά στιγμή και το αρχαίο ρήμα διφάω που σημαίνει εξετάζω-παρατηρώ με λεπτομέρεια/ερευνώ.