Διαγωνισμοί, Προσκλήσεις

8ος Διαγωνισμός Ποίησης – Πεζόμορφου Στοχασμού «Για την Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ»

Ο Σύνδεσμος Πολιτισμού Ελλάδας Κύπρου / ΣΠΕΚ σε συνεργασία με την Αρχύτας εκδοτική, προκηρύσσει 8ο Διαγωνισμό ποιήματος & πεζόμορφου ποιητικού στοχασμού μεταξύ νέων (ηλικίας 17-39 χρόνων) αφιερωμένο στη σημαντική ποιήτρια του Ελληνισμού, Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ (1939-2020). Ο 8ος Διαγωνισμός αρχίζει στις 15/9/2023 και λήγει στις 20/10/2023. Οι νέοι δεν καταβάλλουν έξοδα συμμετοχής στον Διαγωνισμό.

Α. ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ ΚΑΙ ΤΡΟΠΟΣ ΥΠΟΒΟΛΗΣ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ

1. Δικαίωμα συμμετοχής έχουν ελληνόφωνοι, 17-39 χρόνων, από Ελλάδα, Κύπρο και Ομογένεια.

2. Το έργο πρέπει να είναι ανέκδοτο και να έχει γραφτεί αποκλειστικά για τον 8ο ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟ ΠΟΙΗΣΗΣ – ΠΕΖΟΜΟΡΦΟΥ ΣΤΟΧΑΣΜΟΥ του Συνδέσμου Πολιτισμού Ελλάδας Κύπρου «Για την Κατερίνα Αγγελάκη – Ρουκ» και να μην έχει υποβληθεί σε άλλο Διαγωνισμό σε Ελλάδα, Κύπρο, Ομογένεια και να μην εντάχθηκε σε άλλη Ανθολογία. Κάθε νέος /νέα μπορεί να υποβάλει μόνον ένα έργο και να είναι αυθεντικά δικό του. Το έργο που υποβάλλει θα είναι αυστηρά α) ποίημα 12-20 γραμμών (90-150 λέξεων) ή β) πεζόμορφος ποιητικός στοχασμός σε κείμενο 16-23 γραμμών (250-370 λέξεων). Θα συνοδεύεται από ένα σύντομο βιογραφικό σημείωμα, 2-3 γραμμές με ροή κειμένου, wordtext – το πολύ 70 λέξεων με τις εξής πληροφορίες: όνομα, επίθετο, ηλικία, καταγωγή, τόπος κατοικίας, σπουδές, εργασία και μια ατομική φωτογραφία υψηλής ευκρίνειας σε ανεξάρτητο αρχείο jpg.

3. Τα ανωτέρω κείμενα αποστέλλονται επώνυμα με πλήρη στοιχεία επικοινωνίας (ονοματεπώνυμο, τηλέφωνο, email συμμετέχοντα) σε ένα αρχείο Word text, με γραμματοσειρά Calibri ή Times New Roman, μέγεθος 12, με διάστημα γραμμών 1,0. ΜΟΝΟ η ατομική φωτογραφία στέλνεται ανεξάρτητα ως ξεχωριστό αρχείο jpg. Οι διαγωνιζόμενοι στέλνουν το ανωτέρω αναφερόμενο υλικό με το οποίο συμμετέχουν, με email στην ηλεκτρονική διεύθυνση info@cultural-association.org, υπόψη της Κριτικής Επιτροπής, με θέμα 8ος ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΣ ΠΟΙΗΣΗΣ – ΠΕΖΟΜΟΡΦΟΥ ΣΤΟΧΑΣΜΟΥ ΣΠΕΚ «Για την Κατερίνα Αγγελάκη – Ρουκ».

4. Τα έργα που θα υποβληθούν πρέπει να είναι γραμμένα στην ελληνική γλώσσα – πανελλήνια δημοτική και δεν θα περιέχουν ανοίκειες ή υβριστικές εκφράσεις/ λέξεις ακρότητας, ρατσισμού, ναζισμού-φασισμού, εναντίον της ελευθερίας και δημοκρατίας.

5. Το ποίημα / πεζόμορφος στοχασμός έχει ελεύθερο θέμα, εμπνευσμένο από το έργο της ποιήτρια Κατερίνας Αγγελάκη – Ρουκ.

Β. ΕΠΑΘΛΟ ΔΙΑΓΩΝΙΣΜΟΥ

Η έγκριτη Κριτική Επιτροπή καθηγητών, ακαδημαϊκών, επιστημόνων και λογοτεχνών, βάσει κριτηρίων και ειδικού πλαισίου θα επιλέξει τα καλύτερα μεταξύ των έργων που θα κατατεθούν στον Διαγωνισμό.

Α. Τα έργα / οι συμμετοχές που διακριθούν και θα επιλεγούν, θα ενταχθούν στην 8η Έντυπη Ανθολογία Ποίησης – Πεζόμορφου Στοχασμού Νέων του Συνδέσμου Πολιτισμού Ελλάδας Κύπρου «Για την Κατερίνα Αγγελάκη – Ρουκ». Η Ανθολογία θα κυκλοφορήσει από την Αρχύτας Εκδοτική, ως σειρά έκδοσης του Συνδέσμου Πολιτισμού Ελλάδας Κύπρου και θα διατίθεται διεθνώς κατόπιν παραγγελίας. Επιπλέον, η εν λόγω Ανθολογία καθώς και οι νέοι / νέες που τα έργα τους θα περιλαμβάνονται σ’ αυτήν θα προβληθούν σε Ελλάδα, Κύπρο, Ομογένεια μέσα από ειδική εκπομπή του ψηφιακού ραδιοτηλεοπτικού σταθμού του Συνδέσμου Πολιτισμού Ελλάδας Κύπρου SOLOMOS Web Radio TV και την Ψηφιακή Λέσχη Ανάγνωσης Δ.Α.Δ.Α. του ΣΠΕΚ. Οι διακριθέντες θα κληθούν να συμμετέχουν στο Πολιτιστικό Πανόραμα του Συνδέσμου Πολιτισμού Ελλάδας Κύπρου στη Θεσσαλονίκη (Δεκέμβριος 2023) και στην Αθήνα (Ιούνιος 2024) για να βραβευτούν και να παρουσιάσουν τη συμμετοχή τους – το έργο τους .

Β. 1ο ΒΡΑΒΕΙΟ | Το έπαθλο του πρώτου νικητή ή της πρώτης νικήτριας, που θα διακριθεί για την εξέχουσα συμμετοχή του / της θα είναι μια έντυπη έκδοση (ISBN) ενός ποιητικού έργου ή πεζόμορφου στοχασμού του ιδίου / της ιδίας από την Αρχύτας Εκδοτική, ως σειρά έκδοσης του Συνδέσμου Πολιτισμού Ελλάδας Κύπρου.

Γ. 2ο ΒΡΑΒΕΙΟ | Το έπαθλο του δεύτερου νικητή ή της δεύτερης νικήτριας, που θα διακριθεί για την εξέχουσα συμμετοχή του / της θα είναι μια ηλεκτρονική έκδοση eBook, που θα περιλαμβάνει ποιήματα ή πεζόμορφο στοχασμό του ιδίου / της ιδίας, από τις εκδόσεις του Συνδέσμου Πολιτισμού Ελλάδας Κύπρου, με ISBN, που θα προσφέρεται ελεύθερα και δωρεάν προς ανάγνωση – μελέτη μέσα από το www.cultural-association.org .

Δ. 3ο ΒΡΑΒΕΙΟ | Το έπαθλο του τρίτου νικητή ή της τρίτης νικήτριας, που θα διακριθεί για την εξέχουσα συμμετοχή του / της θα είναι μια ηλεκτρονική έκδοση Videobook, που θα περιλαμβάνει ποιήματα ή πεζόμορφο στοχασμό του ιδίου / της ιδίας, από τις εκδόσεις του Συνδέσμου Πολιτισμού Ελλάδας Κύπρου, με ISBN, που θα προσφέρεται ελεύθερα και δωρεάν προς ακρόαση μέσα από το www.cultural-association.org.

Ε. Παράλληλα, ο 8ος Διαγωνισμός Ποίησης Νέων του ΣΠΕΚ, θα καλυφθεί επικοινωνιακά μέσα από συνεργαζόμενα ΜΜΕ, Social Media, τον διαδικτυακό κόμβο www.cultural-association.org, το ενημερωτικό δελτίο «ΩΡΕΣ» του ΣΠΕΚ και την ετήσια περιοδική έκδοση του ΣΠΕΚ «ΜΝΗΜΟΣΥΝΗ».

ΣΤ. Τέλος, δίνεται η δυνατότητα σε όλους ανεξαιρέτως τους νέους και τις νέες (ηλικίας 17-39 χρόνων) που θα συμμετέχουν στον 8ο Διαγωνισμό Ποίησης του ΣΠΕΚ, να καταθέσουν αίτηση εγγραφής στον Σύνδεσμο Πολιτισμού Ελλάδας Κύπρου, ώστε να ενταχθούν στα Φίλια Μέλη του ΣΠΕΚ, να αρθρογραφούν και να επικοινωνούν θέματα ενδιαφέροντός τους, στην αντίστοιχη στήλη / σελίδα στον διαδικτυακό κόμβο www.cultural-association.org.

Κατερίνα Αγγελακη Ρουκ 8ος Διαγωνισμός Συνδέσμου Πολιτισμού Ελλαδας Κύπρου

Κατερίνα Αγγελάκη – Ρουκ  (1939-2020)

Η Κατερίνα Αγγελάκη – Ρουκ γεννήθηκε στην Αθήνα τον Φεβρουάριο του 1939. Γονείς της οι Γιάννης Αγγελάκης και Ελένη Σταμάτη. Είναι πνευματική κόρη του Νίκου Καζαντζάκη, που διατηρούσε φιλικές σχέσεις με τον πατέρα της. Μόλις στα 17 της χρόνια δημοσιεύει στο περιοδικό Καινούργια εποχή το ποίημα της «Μοναξιά» μετά από παρότρυνση του Νίκου Καζαντζάκη, ο οποίος έστειλε γράμμα στον Γιάννη Γουδέλη, τον διευθυντή της Καινούργιας εποχής γράφοντας: «Παρακαλώ, δημοσιεύστε αυτό το ποίημα, το έχει γράψει μία κοπέλα που δεν έχει βγάλει ακόμα το γυμνάσιο. Είναι το ωραιότερο ποίημα που διάβασα ποτέ!». Από τότε άνοιξε ο δρόμος για την ενασχόληση της με την ποίηση και τη μετάφραση. Όπως αναφέρει και η ίδια ήταν μεγάλη η είσοδος της στην ποίηση. Άρθρα για την ποίηση και την μετάφραση της ποίησης έχουν δημοσιευτεί σε περιοδικά και εφημερίδες. Το έργο της έχει μεταφραστεί σε περισσότερες των δέκα γλωσσών και ποιήματα της εμπεριέχονται σε λογοτεχνικές ανθολογίες. Αρχή και τέλος για εκείνη η ποίηση του Κ.Π. Καβάφη. Σπούδασε ξένες γλώσσες στην Αθήνα, τη Γαλλία και την Ελβετία. Είναι διπλωματούχος μεταφράστρια-διερμηνέας. Έχει μεταφράσει, μεταξύ άλλων, Αλεξάντρ Σεργκέγεβιτς Πούσκιν, Βλαντιμίρ Βλαντιμίροβιτς Μαγιακόβσκι, Ουίλλιαμ Σαίξπηρ κ.ά. Η ποίησή της διακρίνεται από μια έντονη καταφυγή σε φανταστικές χώρες. Το 1962 τιμήθηκε με το Α΄ Βραβείο Ποίησης της πόλης της Γενεύης (Prix Hensch). Το 1985 τιμήθηκε με το Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης. Έχει δώσει διαλέξεις και διάβασε ποιήματά της σε Πανεπιστήμια των ΗΠΑ και Καναδά (Harvard, Cornell, Darmouth, N.Y.State, Princeton, Columbia κ.α.) Το 2000 τιμήθηκε με το βραβείο Κώστα και Ελένης Ουράνη (Ακαδημία Αθηνών). Το 2014 βραβεύτηκε με το Μεγάλο Βραβείο Γραμμάτων για το σύνολο του έργου της.

Γεννήθηκε με μία αναπηρία που δεν την πτόησε όμως ποτέ. Προήλθε από ένα μικρόβιο που άρπαξε στη γέννα και έκανε όλη την αριστερή της πλευρά να ατροφήσει, δημιουργώντας μυοσκελετικά προβλήματα. Κούτσαινε από το αριστερό πόδι και το αριστερό χέρι ήταν αδύναμο -για τον λόγο αυτό έγραφε πάντα χειρόγραφα. Η τραγική ειρωνεία είναι ότι τον χρόνο που γεννήθηκε, τον Φεβρουάριο του 1939, ανακαλύφθηκε η πενικιλίνη και αυτό το μικρόβιο θα μπορούσε να είχε σκοτωθεί με μια απλή ένεση. Τα παιδικά της χρόνια τα πέρασε με συνεχείς επισκέψεις στους γιατρούς. Στα 7 της έκανε το πρώτο χειρουργείο στη Βιέννη, για να αντικαταστήσει μια άρθρωση που είχε “φαγωθεί”, και στα 10 το δεύτερο, στο Λονδίνο. Το πρόβλημα ωστόσο ήταν μόνιμο: το αριστερό πόδι ήταν κοντύτερο από το δεξί και κούτσαινε. Για την ίδια δεν ήταν σπουδαίο μειονέκτημα αφού δεν ένιωθε σωματικό πόνο και δεν είχε κάποιο άλλο πρόβλημα στην κίνησή της. Για τους άλλους ήταν πάντα ένας λόγος να την κοιτούν περίεργα στην αρχή. Η ζωντάνια που είχε όμως ήταν πάντα αφοπλιστική και δεν άφηνε περιθώρια για παραπάνω σχόλια πάνω σε αυτό. Η Κατερίνα Αγγελάκη Ρουκ βρήκε το καταφύγιό της στην ποίηση και η αναπηρία της που την έκανε να μην κινείται πολύ την οδήγησε στο να γράφει πολύ. Μέσα στα ποιήματά της κυριαρχούν το σώμα και η φύση καθώς έγραφε ουσιαστικά για το προβλημά της που μέσα στο χρόνο σχεδόν ξεχνούσε ότι υπάρχει -μέχρι να της το θυμίσει κάποιος απ’ έξω. Και φυσικά δεν το έκρυβε ποτέ από κανέναν, ούτε από τους φίλους ούτε από τους συντρόφους της. Και ήταν τυχερή σε αυτό το κομμάτι γιατί αγαπήθηκε πολύ και γνώρισε μάλιστα και τον άνδρα που εκείνη χαρακτήριζε ως “τέλειο”, τον άνδρα που της χάρισε το χαρακτηριστικό επίθετό της.

Ο σύντροφος της ζωής της 

Πρόκειται για τον Ρόντνεϊ Ρουκ. “Ήμασταν και οι δύο στα 24. Γνωριστήκαμε και παντρευτήκαμε μέσα σε τρεις εβδομάδες. Πρωτοσυναντηθήκαμε σε μια ταβέρνα, τη ‘Λεύκα’, εκεί όπου έγιναν και όλα τα ραντεβού μας” είχε πει η ίδια σε πρόσφατη συνέντευξή της στο Provocateur. “Ένα βράδυ είχαμε πιει πολύ. Συζητούσαμε διάφορα περί ζωής και γάμου. Τότε, έβγαζα το πρώτο μου βιβλίο. Γύρισα λοιπόν, και του είπα πως αυτόν τον καιρό είμαι απόλυτα αφοσιωμένη στην ποίηση και έχω πολύ πιο ενδιαφέρουσες δουλειές να κάνω από έναν γάμο. Σοβάρεψε απότομα και με ρώτησε τι θα του απαντούσα αν με ζητούσε σε γάμο. ‘Δεν θα μπορούσα να σου αρνηθώ’, του αποκρίθηκα. ‘Άρα, μόλις δέχτηκες’, μου είπε πιάνοντας το χέρι. Έκτοτε, μείναμε μαζί, για 43 ολόκληρα χρόνια. Εγγλέζος, με φοβερή μόρφωση. Ο τέλειος σύντροφος. Τον έχω χάσει εδώ και δώδεκα χρόνια” συνέχισε. Όσο για το αν ο σύζυγός της ήταν η πηγή της έμπνευσής της, στην ίδια συνέντευξη, είχε απαντήσει: “Δεν θυμάμαι να έχω γράψει ποτέ για έναν φανταστικό έρωτα, μιας και ήμουν πολύ ενεργή βιωματικά. Κάθε φορά στόλιζα τον υπάρχοντα προσωρινό, με αυτόν που με ενέπνεε. Δεν ήταν λοιπόν, όλοι οι έρωτες των ποιημάτων μου για τον σύζυγό μου. Έρωτες στη ζωή μου είχα αρκετούς. Ακόμη και όταν ήμουν παντρεμένη με τον Ρουκ. Εκείνος το ήξερε, καταλάβαινε τα πάντα δεν είχε όμως, πρόβλημα. Θυμάμαι κατά τη διάρκεια του γάμου μας είχα έναν πιο σοβαρό έρωτα. Εγγλέζος και αυτός. Μια μέρα μου λέει: ‘Xώρισε με τον Ρουκ και έλα να ζήσουμε μαζί την ιστορία μας’. ‘Εγώ να αφήσω τον Ρουκ; Δεν είσαι καλά!’ του απάντησα. Ήμουν ερωτευμένη μαζί του, αλλά δεν μπορούσα ούτε καν να διανοηθώ ότι θα εγκατέλειπα τον άνδρα μου. Είχαμε κάτι βαθύ μεταξύ μας. Και δεν είναι ότι είχα την ανάγκη ενός παράλληλου έρωτα. Απλά ήθελα να ζήσω έντονα.”

ΠΗΓΗ: marieclaire.gr | 

Κατερίνα Αγγελάκη - Ρουκ | Επιλεγμένα Ποιήματα για έμπνευση

Ταξίδι νυχτερινό

Ξαναμπαίνω στ’ όνειρο
σαν σ’ εγκαταλειμμένο σπίτι.
Καπνοί στο βουνό·
σκέφτομαι: «θα καίνε τα σκουπίδια»
μα πάλι υπάρχει μια υποψία
μάγισσας με κύκλους.
Ό,τι γίνεται
έχει ήδη γίνει
γι’ αυτό η πραγματικότητα
μπορεί και μεταμορφώνεται…
Ταξίδι νυχτερινό
σαν ν’ αποφεύγουμε τα νησιά
λεκέδες ομορφιάς
στο σιωπηλό μαύρο
κι οι μανάδες στις γέφυρες
γιατί φωνάζουν τόσο φριχτά
προς τα παιδιά τους
όταν κι αυτά μαϊμουδίζουν
το άπειρο
και δεν ξέρουν ακόμη
αν τα νερά είναι μέσα
ή γύρω απ’ τα μικρά τους σώματα.
Πλέει κι ο μηχανισμός
της φθοράς·
αυτό που λείπει τώρα
θα μου λείπει χειρότερα
στο μέλλον
και θα λέγεται ζωή.

Υπενθυμίσεις του έρωτα

Αν σ’ έχει ξεχάσει ο έρωτας
εσύ θα τον ξαναθυμηθείς
μόλις η ματιά σου αγγίξει τη φύση
τις πλαγιές, τα κύματα
τα φυλλοβόλα δέντρα
που δεν αμφισβητούν ποτέ τις εποχές
τα ζώα που βγαίνοντας
απ’ την κοιλιά της μάνας τους
ξέρουν κιόλας πώς να ζήσουν
πώς ν’ αντισταθούν στους εχθρούς
που τους έχει ορίσει η φύση.
Πρόσεξε μόνο μην η ζωντανεμένη ανάμνηση
πέσει πάνω στο σωρό
απ’ τις προδομένες προσδοκίες σου
τ’ αναπάντητα όνειρά σου.

Υπαρξιακές ερωταποκρίσεις

Τι ωραίος που ήταν ο έρωτας!
Πολιορκούσε χωρίς ενοχές
πολεμούσε χωρίς αιχμές, χωρίς φιλοδοξίες.
Λιοπύρι τα μεσάνυχτα
καλοκαιριά στον πάγο
έρωτας, το αντίθετο του αληθινού
έδινε στο πραγματικό ουσία.
Ήταν ωραία η ευωδιά του ιδρώτα
σοφά τα συμπεράσματα της σάρκας τότε
της σάρκας, της πιο παραμελημένης θεάς.
Τη ζωή μου βλέπω τώρα
σαν ένα ντοκιμαντέρ
που δείχνει σπάνια της φύσης πουλιά
ξεχασμένες του κόσμου ακτές
απλησίαστες κορφές.
Τις κινήσεις της ψυχής μου
παρακολουθώ στην οθόνη.
Ποια μέθοδο ακολουθεί άραγε η ψυχή
για να επιζήσει για λίγο ακόμη χωρίς μέλλον;
Το ψέμα; Την αλήθεια;
Ή αφήνεται στη φυσικότητα του είναι;
Ποιανού «είναι»;
Πώς μπορεί να υπάρξει «είναι» χωρίς μέλλον;
Όταν πια μόνο μια κάποια ιδέα οδηγεί στο σώμα
μόνο τ’ όνειρο φέρνει το πάθος;
Όσο για τον έρωτα τον τελευταίο
είναι σαν τον πρώτο:
βλασταίνει στο χωράφι του Πλάτωνα.

Στον ουρανό του τίποτα με ελάχιστα

Από την κλειδαρότρυπα κρυφοκοιτάω τη ζωή
την κατασκοπεύω μήπως καταλάβω
πώς κερδίζει πάντα αυτή
ενώ χάνουμε εμείς.
Πώς οι αξίες γεννιούνται
κι επιβάλλονται πάνω σ’ αυτό που πρώτο λιώνει:
το σώμα.
Πεθαίνω μες στο νου μου χωρίς ίχνος αρρώστιας
ζω χωρίς να χρειάζομαι ενθάρρυνση καμιά
ανασαίνω κι ας είμαι
σε κοντινή μακρινή απόσταση
απ’ ό,τι ζεστό αγγίζεται, φλογίζει…
Αναρωτιέμαι τι άλλους συνδυασμούς
θα εφεύρει η ζωή
ανάμεσα στο τραύμα της οριστικής εξαφάνισης
και το θαύμα της καθημερινής αθανασίας.
Χρωστάω τη σοφία μου στο φόβο∙
πέταλα, αναστεναγμούς, αποχρώσεις
τα πετάω.
Χώμα, αέρα, ρίζες κρατάω∙
να φεύγουν τα περιττά λέω
να μπω στον ουρανό τού τίποτα
με ελάχιστα.

Φάνηκε και από άλλα ποιήματα

Ποτέ μου δεν κατάλαβα την άνοιξη
-φάνηκε και από άλλα ποιήματα-
γι’ αυτό κι όλες οι παρεξηγήσεις με τη σάρκα
την ελπίδα, την αυτογνωσία μέσα στο χρόνο.
Ποτέ μου δεν κατάφερα να ισορροπήσω
το ετήσιο θαύμα
με την αιώνια σιωπή·
την αλήθεια του ανανεούμενου άνθους
με τον ένα και μόνο θάνατο.
Μελέτησα πάλι σήμερα το καινούριο πράσινο
και πώς ο παγωμένος αέρας έκπληκτος
μπρος στις διαχύσεις της φύσης
κάνει ένα βήμα πίσω.
Το φως ακκίζεται σε μισοκρυμμένες κορφές
κι εγώ βρέθηκα πάλι
εκτός θέματος.
Το θέμα είναι ένα:
το προσωπικό σώμα
κι ο απρόσωπος χαμός του.

Σαν μια σκιά χειμερινή

Σιάζομαι στη σκιά μου·
καρφιτσώνω τα τσουλούφια του χρόνου
που ξεφεύγουν απ’ το σκούρο οβάλ μου
ενώ από πίσω ένα φως ανεξήγητό
με φωτίζει στη σεμνή αυτή τουαλέτα.
Έπειτα, ακίνητη για μια στιγμή
πριν πατήσω το πετάλι
και γυρίσουν οι δυο ρόδες
– μια για τη ζωή, μια για το θάνατο –
εναποθέτω την εμπιστοσύνη μου
στο δρομάκι του σπιτιού μου
όπου γενιές παιδιών ξεπετάγονται το δείλι
και σαν τον ανυποψίαστο σκαντζόχοιρο
διασχίζουνε το χρόνο.
Όσο το πέρασμα του βελονωτού ζώου απέναντι
τόσο βαστάει κι η ζωή των παιδικών ανθρώπων.
Τα πρόσωπα τ’ αναγνωρίζω
γιατί ήξερα τη γιαγιά τους
και οι φωνές – της μικρής «όχι!»
της μάνας της «οχιά!» –
ηχούν σαν τότε… Πότε;
πριν απ’ το φόβο για ό, τι είναι να έρθει
πριν απ’ τον τρόμο για ό, τι είναι ήδη εδώ
πριν απ’ αυτό το «εγώ», μια σκιά χωρίς καθρέφτη.

Εποχή αντιπάθειας

Η αντιπάθεια απλώνεται σαν πανώλη·
αντίπαλος είναι του πάθους
εχθρός της συμπόνιας.
Τα ζώα που με ημέρευαν
– όλα τ’ αγαπούσα –
σέρνονται τώρα σαν φίδια
στέκονται σαν αρπαχτικά
με γουρλωμένα μάτια
και μήνυμα μου στέλνουν
πως ό,τι πεθαίνει
δεν είναι πάντα απελπισία.

Οι άντρες
με τα προκλητικά παντελόνια
υφάσματα τεντωμένα με φαντασία
ελαφρά αξύριστοι
με την έξυπνη ματιά
που μεταμορφωνόταν σε κτηνώδη
και χυνόταν πηχτή
στα λευκά σεντόνια
βουλιάζουν
στα μουχλιασμένα νερά της μνήμης
κι ούτε λίγη συμπάθεια
δεν αφήνουν πίσω τους
λίγο δέος για τα κατορθώματά τους.

Και οι γυναίκες, οι φιλενάδες
που μαζί πλέκαμε τον ιστό της ζωής
γελάγαμε με κάθε στραβο-βελονιά
κι άνθιζαν τα απόρρητα μυστικά
στα λαμπερά χείλη μας
εμείς, που στα σπλάχνα μας
νιώθαμε την παρουσία μας στη γη
σημαντική
ακόμη κι αν μόλις είχε βροντήξει
πίσω την πόρτα του «εκείνος»
έγιναν κουραστικές κυρίες
με εμμονές, μανίες νοικοκυροσύνης
ή απελπισμένες κινήσεις
για να προλάβουν το τελευταίο τρένο
της διασημότητας.

Αλλά τη φοβερότερη αντιπάθεια
τη νιώθεις για κείνον
που τα νιώθει όλ’ αυτά
λες κι ήταν αυτός κάποιο ανώτερο ον
λες κι είχε φτερά
και πετούσε πάνω από νεκρούς
φιλοδοξίες κι απορρίμματα
λες κι ήταν
ο δικός σου εαυτός
λιγότερο άχρηστος και αντιπαθητικός.

Ο αέρας σηκώνεται

Γελούσε ο φίλος και ξαφνικά έμοιαζε στον πατέρα μου
πώς έκλεινε σφιχτά τα μάτια όταν τον έπιαναν τα γέλια
τραντάζονταν οι ώμοι του κι έσμιγε τις παλάμες
σαν να χειρονομούσε.
Ο φίλος μου, ορθός μπροστά στο τζάκι ψιθύρισε:
“Ο αέρας σηκώνεται, πρέπει να προσπαθήσουμε να ζήσουμε…”
κι ο πατέρας μου βούτηξε στις στάχτες του ξανά.
Η πραγματικότητα αμπαρώθηκε πίσω απ’ το φρούριο-παρόν της
υψώνοντας τη λευκή σημαία της μονοσήμαντης ηλικίας
μέρες χαράς ξανακλείστηκαν σε λίγες σταγόνες δακρύων
ένα τίποτα άνοιξης ερχόταν με τον αέρα
ένα τίποτα έρωτα ξαφνικά μες στην κάμαρα
“ένα τίποτα” είπαμε και πέρασε η ζωή.

Μοναξιά

Αν ενώσεις το βροχόνερο με το δάκρυ σου
το γέλιο σου με τον ήλιο
το σίφουνα, τον αγέρα με την ξεσηκωμένη αγανάκτησή σου.

Αν κλάψεις για τα παιδάκια με τις ρόδινες ανταύγειες
τού δειλινού στο πρόσωπο, που πλαγιάζουν
με τα χεριά αδειανά, με τα πόδια γυμνά,
θα βρεις τη μοναξιά σου.

Αν σκύψεις στους συνανθρώπους σου
μες στα αδιάφορα μάτια τους θα ᾿ναι γραμμένη
απελπιστική, ολοκληρωτική η μοναξιά σου.

Κι αν πάλι τούς δείξεις το δρόμο τής δύναμης
και τούς ξεφωνίσεις να πιστέψουν μόνο τον εαυτό τους,
θα τούς δώσεις μια πίκρα παραπάνω
γιατί δε θα το μπορούν, θα ᾿ναι βαρύ γι᾿ αυτούς
και θα ᾿ναι πάλι η μοναξιά σου.

Αν φωνάξεις την αγάπη σου
θα ᾿ρθει πίσω άδεια, κούφια, η ίδια σου η φωνή,
γιατί δεν είχε το κουράγιο να περάσει όλες
τις σφαλισμένες πόρτες, όλα τα κουρασμένα βήματα,
όλους τούς λασπωμένους δρόμους.
Θα γυρίσει πίσω η φωνή που την έστειλες τρεμάμενη
λαχταριστή, με άλλα λόγια που δεν την είχες προστάξει εσύ,
τα λόγια τής μοναξιάς σου.

Θεέ μου, τι θα γίνουμε;
Πώς θα πορευτούμε;
Πώς θα πιστέψουμε; Πώς θα ξεγελαστούμε;
Μ᾿ αυτή την αλλόκοτη φυγή των πραγμάτων
των ψυχών από δίπλα μας;

Ένας δρόμος υπάρχει, ένας τρόπος.
Μια θα ᾿ναι η Νίκη:
αν πιστέψουμε, αν γίνουμε, αν πορευτούμε,
Μόνοι μας.

Το όνειρο του στρατιώτη

Η σφαγή του Πάσχα
σύννεφο μεταλλικό
στο σβέρκο της κατσίκας.
Καίει το γάλα της
μητρική λύπη
το προσφέρει στη συκιά
και τη μεστώνει.
Αγριεύουν οι μυγδαλιές
κατά την μπόρα
το απόγευμα – φωτεινές πλατείες –
φοβάται κι επιστρέφει
στην πρώτη σύγκρουση με τον ορίζοντα.
Φέρνει ο χωματόδρομος τη Στέλλα
κίνηση στρογγυλή
απ’ την πόρτα στο πηγάδι
απ’ το πηγάδι στη γέννα.
Στέλλα με τις κόρες, τις μύγες
και τις Κυριακές
μακρινή έμεινε πάλι η βροχή
να ευωδιάζει τα χωράφια
κι ελάφρωσε το πράσινο
όπως στο Όρος νίκησε πια το φως.
Μέσ’ απ’ τα σπαρτά, τα κυπαρίσσια
τη θάλασσα πολύξερη σε χρώματα
στο διάλογο της δύσης
πήγαινα στην παλιά φροντίδα
το κάρο, την αρρώστια
ερχόταν η Στέλλα
από τη σκάφη αιώνια
φιλάρεσκη ακόμα στη στάση του λαιμού·
ακολουθούσαν οι κότες, τ’ απόβραδο
κι η καθημερινή προσευχή
η μπιγκόνια.
Μα εκεί στη χαρουπιά
είχε πλατύνει η Στέλλα
ανέβαινε
τα καματερά τη βαστούσαν
οι ελιές, αχ! πάλι οι ελιές
το νέο της ανάστημα μοιραίναν
τη γη του θανάτου φορούσε στα μαλλιά
μικρή, φοβερή Στέλλα…
Εκεί στη χαρουπιά
περίμενε η Σφίγγα.

Κατερίνα Αγγελάκη - Ρουκ | Επιλεγμένες Συνεντεύξεις