Αρθρογραφία

31/1/2021 | 9 κύριοι τύποι Κλασικής Μουσικής – Ιωσήφ Σ. Ιωσηφίδης

1) Άρια / Aria

Η Άρια (ιταλ. Aria) είναι φωνητικό απόσπασμα όπερας ορατορίου, ένας μουσικός μονόλογος τραγουδιστή – με συνοδεία ορχήστρας ή απλού μουσικού οργάνου – όπου επιδεικνύει τις φωνητικές ικανότητές του για να εκφράσει τον έρωτα ή το πάθος του, μια θλίψη του ή ένα στοχασμό του. Ένας ερμηνευτής –τενόρος/ υψίφωνος, βαρύτονος, μπάσος/ βαθύτονος, άλτο, σοπράνο/ υψίφωνη, μέτζο-σοπράνο/ μεσόφωνος – αν εκτελέσει με επιτυχία μια δύσκολη άρια, με έκφραση, ψηλές κορώνες ή βαθιές νότες και ξεσηκώνει το ακροατήριο, τότε ανυψώνει τη στάθμη της όπερας ή του ορατορίου και τα καθιστά ακόμα πιο δημοφιλή. Η άρια μπορεί να ερμηνευτεί και μεμονωμένη, ως μέρος μιας συμφωνικής συναυλίας, ή σε μια συναυλία που περιλαμβάνει αρκετούς τραγουδιστές, που ο καθένας τους μπορεί και να εκτελεί άριες από διάφορες όπερες.

Ακούστε μια από τις πιο διάσημες άριες, το “Nessun dorma” από την όπερα ‘Turandot’ του Τζιάκομο Πουτσίνι, που ερμηνεύει συγκλονιστικά ο τενόρος Luciano Pavarotti (The Three Tenors in Concert 1994)

Ακούστε τη εξαίσια άρια ‘O Isis und Osiris’ της όπερας ‘Ο Μαγικός Αυλός’ του Μότσαρτ, από τον Ούγγρο βαθύφωνο / μπάσο László Polgár. Ο μαέστρος Arnold Östman διευθύνει τη χορωδία και ορχήστρα του Θεάτρου Drottningholm Court, 1989.

Ακούστε την πασίγνωστη άρια ‘Habanera’, της όπερας ‘Carmen’ του Γάλλου Georges Bizet. Ερμηνεύει η υψίφωνος / soprano Μαρία Κάλλας (Αμβούργο, 1962).

2) Καντέντσα / Cadenza

Καντέντσα (ιταλ. cadenza) ονομάζεται το μουσικό μέρος που ‘ενσωματώνεται σε ένα κοντσέρτο’ (βλ. πιο κάτω Κεφάλαιο 3) καθώς και σ’ άλλα είδη (π.χ. σονάτα, συμφωνία). Η καντέντσα αναδεικνύει τη δεξιοτεχνία του σολίστα – πιανίστα, βιολιστή, τσελίστα. Αυτή συνήθως τοποθετείται προς το τέλος ενός έργου. Τότε η ορχήστρα παύει να παίζει και ερμηνεύει ο σολίστας μόνος, δίχως συνοδεία. Ο μαέστρος στο τέλος καλεί την ορχήστρα να συνοδεύει τον σολίστα να ολοκληρώσει την καντέντσα. Η καντέντσα είναι ένα μουσικό μέρος με τεχνικές απαιτήσεις που ο εκτελεστής μαθαίνει από πριν – ενώ παλαιά ο εκτελεστής αυτοσχεδίαζε, συχνά όμως ξέφευγε εκτός ύφους του έργου. Αξιοσημείωτη είναι η χρήση της σε είδη εκτός κλασσικής μουσικής π.χ. σε τζαζ ή ποπ.

Ακούστε την καντέντσα που ενσωματώνεται στο κοσνέρτο του Μπετόβεν για βιολί (Cadenza- Beethoven violin concerto). Βιολίστρια η Anne Sophie Mutter

Ακούστε την καντέντσα του Σεργκέι Ραχμάνινοφ ενσωματωμένη στο 3ο κονσέρτο του, Είναι το 2ο είδος του, όπου συνθέτει την καντέντσα μακροσκελή και την επονομάζει ‘Ossia‘ (ossia cadenza in the 3rd concerto of Rachmaninov)

3) Κοντσέρτο / Concert

Tο κοντσέρτο (ιταλ. concerto) είναι μουσική σύνθεση όπου ένας σολίστας- και σπάνια δύο ή τρεις – συνήθως πιανίστας, βιολιστής ή βιολοντσελίστας, ερμηνεύει ενώ τον συνοδεύει ορχήστρα κλασικής μουσικής, και οι δύο υπό τη διεύθυνση μαέστρου. Ο σολίστας και η ορχήστρα πότε ερμηνεύουν ανεξάρτητα και πότε μαζί.

Στον 15ο αιώνα υπήρχε φωνητικό μέρος με λίγους μονωδούς και σολιστικά όργανα. Αργότερα προστέθηκε χορωδία και ορχήστρα και έτσι εξελίχθηκε ως καντάτα. Στην περίοδο του Μπαρόκ υπήρχαν τρία είδη οργανικών κοντσέρτων: α) το πολυχορικό κοντσέρτο, στο οποίο συμμετείχαν διάφορες ισοδύναμες ομάδες, β) το κοντσέρτο-Γκρόσο, στο οποίο μια μικρή ομάδα οργάνων (π.χ. ένα κουαρτέτο από βιολιά ή δύο βιολιά και βιολοντσέλο, ή κουαρτέτο εγχόρδων ή πνευστών κ.ά.), διαφοροποιείται από τα υπόλοιπα όργανα της ορχήστρας με έναν ξεχωριστό μουσικό ρόλο και γ) το σόλο κοντσέρτο, για σόλο όργανο (βιολί, τρομπέτα, ομπόε, πιάνο) και με ορχήστρα.

Ακούστε το κονσέρτο Concerto No.1 in B-flat minor Op.23, I. Allegro.ogg, του μεγάλου Ρώσσου συνθέτη Piotr Tchaikovsky.

4) Μουσική δωματίου / Musica da Camera

Η Μουσική Δωματίου (ιταλ.: Musica da Camera) είναι γραμμένη για δύο έως πέντε μουσικά όργανα και παρουσιάζεται σε μικρούς χώρους, ή σε εκκλησιαστικές αίθουσες. Η μουσική ομάδα δωματίου απαρτίζεται συνήθως από ένα βιολί, ένα πιάνο και ένα βιολοντσέλο ή 2-3 βιολιά και σπάνια από μία κιθάρα ή ένα φλάουτο. Το μουσικό είδος, που κυριαρχεί στις συνθέσεις των συνόλων της μουσικής δωματίου, είναι η σονάτα.

Δεν υπάρχει μαέστρος για τη μουσική δωματίου, ούτε φωνητικό μέρος, ούτε κάποιος οργανοπαίκτης ερμηνεύει μόνος ως σολίστας. Οι εκτελεστές συντονίζονται μόνοι τους, η δε ατμόσφαιρα τείνει να είναι πιο χαλαρή και εξειδικευμένη μάλλον να ψυχαγωγεί.

Ακούστε μουσική δωματίου του Μότσαρτ με βιολί, βιόλα, βιολοντσέλο, πιάνο

5) Κίνηση (μουσικής) / Movement (music)

Τα περισσότερα έργα μουσικής χωρίζονται σε «κινήσεις». Είναι σαν κεφάλαια ενός βιβλίου. Μια κίνηση είναι ένα αυτόνομο μέρος μιας μουσικής σύνθεσης ή μιας μουσικής φόρμας. Ο συνήθης ρυθμός κάθε κίνησης είναι ‘γρήγορα-αργά-γρήγορα’, όπως συμβαίνει σε μια σονάτα ή σε μια συμφωνία. Ενώ μεμονωμένες ή επιλεγμένες κινήσεις από μια σύνθεση εκτελούνται μερικές φορές ξεχωριστά, μια εκτέλεση της πλήρους εργασίας απαιτεί όπως όλες οι κινήσεις της εκτελούνται διαδοχικά.

Ακούστε την 1η Κίνηση από τη ωραία σονάτα του Μπετόβεν, τη ‘Σονάτα του Σεληνόφωτος΄ (Beethoven – Moonlight Sonata, 1st Movement)

6) Σονάτα / Sonata

Η σονάτα (ιταλ: sonata) είναι πολυμερής οργανική μορφή. Η συνήθης μορφή της είναι η σόλο σονάτα για ένα σολιστικό όργανο (πιάνο ή με συνοδεία πιάνου). Υπάρχει ακόμη η σονάτα για δύο ή περισσότερα όργανα, και η Συμφωνία, που είναι σονάτα για ορχήστρα. Επίσης το κοντσέρτο, είναι σονάτα για σόλο όργανο και ορχήστρα.

Από τον 16ο αιώνα, αν και τότε χωρίς σταθερή μουσική μορφή, εξελίχθηκε σταθερά σε μια οργανωμένη μορφή με μέρη. Στην περίοδο του Μπαρόκ υπήρχε α) η σονάτα δωματίου με πρελούδιο και χορευτικά μέρη και β) η εκκλησιαστική σονάτα (sonata da chiesa), με εναλλαγή ρυθμού ‘αργά-γρήγορα-αργά-γρήγορα’. Έκτοτε καθιερώθηκε και η σόλο σονάτα, για ένα όργανο, κυρίως το πιάνο.

Η κλασική σονάτα έχει 3 ή 4 μέρη, 1) γρήγορο 2) αργό και λυρικό, 3) Μενουέτο και Τρίο ή Σκέρτσο και 4) γρήγορο, στην κύρια τονικότητα, με μορφή ρόντο ή σονάτας. Ο Μπετόβεν επιχείρησε αρκετές καινοτομίες (ακούστε σονάτες 13 και 14) ή με πρόσθεση φούγκας, ο δε Λιστ, στην εποχή ρομαντισμού, δημιούργησε ενιαία σονάτα για πιάνο.

Ακούστε τη Σονάτα αρ.2 του Σοπέν από τον βιρτουόζο πιανίστα Κρίστιαν Ζίμερμαν Chopin Piano Sonata no.2 opus 35 (b) by Krystian Zimerman.

7) Όπερα / Opera

Η όπερα (εκ του opus: έργο) ή μελόδραμα, είναι ίσως το πιο δημοφιλές μουσικό είδος και θεωρείται επίτευγμα λόγω του ότι συνταιριάζει πολλές μορφές τέχνης (μουσική, θέατρο, σενάριο/ λιμπρέτο/libretto, χορός, σκηνογραφία). Συνιστά μουσικοθεατρική σύνθεση με δράση επί σκηνής. Οι διάλογοι (το λιμπρέτο), σοβαροί ή κωμικοί, των μουσικών-ηθοποιών της όπερας αποδίδονται σε μορφή άσματος ή άριας και επιπλέον η παράσταση εκτυλίσσεται στην παρουσία χορωδίας και ορχήστρας. Η μουσική είναι συνεχής. Έχει απώτερο στόχο τη δραματοποίηση επί σκηνής της πλοκής του έργου.

Ως μουσικό είδος αναπτύχθηκε από τους Ιταλούς συνθέτες στα τέλη του 16ου αιώνα (Βενετία). Έγινε δημοφιλές είδος και εξαπλώθηκε σε Γερμανία, Γαλλία, Αγγλία, Ρωσία και Ισπανία. Οι πρώτες όπερες χαρακτηρίζονταν ως dramma per musica, δηλάδή το δράμα μέσω μουσικής. Τον 17ο αιώνα έως και τον 18ο η πλοκή σε πλείστες όπερες βασιζόταν στη μυθολογία ή σε ιστορικά γεγονότα. Η θεματολογία τους ήταν σοβαρή (opera seria) ή ακόμα και κωμική (opera buffa). Στην παραδοσιακή όπερα, για την πλοκή του έργου υπάρχει το ρετσιτατίβο, το μέρος του διαλόγου που ωθεί τη δράση και εκφράζεται με άρια, όπου μέσω ενός μονολόγου αποκρυσταλλώνεται η όλη/ ή μια συναισθηματική κατάσταση. Αρκετές φορές έχουμε ντουέτα ή μεγαλύτερα ακόμα φωνητικά σύνολα, χωρίς να λείπουν και τα χορωδιακά μέρη.

ΕΙΔΗ ΟΠΕΡΑΣ

Η μπαρόκ όπερα (Ρώμη, Βενετία) με αντιπροσωπευτικό έργο το Sant’ Alesio του Στέφανο Λάντι (1632) . Με τα έργα του Κλάουντιο Μοντεβέρντι (‘Ορφέας’) η μπαρόκ όπερα γίνεται από αριστοκρατικό είδος “λαϊκό” για ευρεία απήχηση και ψυχαγωγία.

Η σοβαρή όπερα / opera seria στηριγμένη σε ποίηση (π.χ. του Apostolo Zeno 1688-1750) παραλείπει τα κωμικά επεισόδια και έχει διδακτικό χαρακτήρα. Οι χαρακτήρες των έργων σταδιακά άρχισαν να αποτελούν περισσότερο σύμβολα ηθικών αξιών ή αρετών. Το είδος σταθεροποιείται από τον Pietro Trapassi (ή Metastasio), με θέματα παρμένα από μύθους της αρχαίας Ελλάδας με σκοπό την πνευματική και ηθική εξύψωση του ακροατή-θεατή. Ωστόσο, περιλαμβάνει σύντομο κωμικό ιντερλούδιο σάτιρας ή παρωδίας για να χαλαρώνει κάπως ο θεατής απ’ τον έντονο διδακτισμό. Ως εξέλιξη, τέτοια ιντερλούδια σταδιακά αυτονομήθηκαν σχηματίζοντας έτσι ένα νέο είδος, το ιντερμέδιο (intermezzo) με μεγάλη ανάπτυξη στη Νάπολη, την περίοδο 1710-30.

Γαλλική όπερα

Στη Γαλλία αναπτύχθηκε μια ξεχωριστή όπερα γραμμένη στη γαλλική και με πρώτο συνθέτη από το 1667, τον Γάλλο ιταλικής καταγωγής Ζαν Μπατίστ Λυλί. Ως πρόδρομοι της αναφέρονται συχνά η γαλλική τραγωδία, τα χορευτικά μπαλέτα στις βασιλικές αυλές αλλά και η ιταλική όπερα. Οι όπερες του Λυλί αποτελούνταν από πρόλογο, 5 πράξεις και χορευτικά μέρη μπαλέτου. Οι μεταγενέστερες όπερες του Ζαν Φιλίπ Ραμώ δεν είχαν μεγάλη απήχηση ενώ στο μεταξύ εισέβαλε η ιταλική όπερα μέσα στη Γαλλία. Η ανάμιξη της παραδοσιακής γαλλικής όπερας του Lully με την ιταλική όπερα ή με το τραγούδι bel canto οδήγησε τελικά στη δημιουργία της Grand Opera (Μεγάλη Όπερα), ένα από τα πιο εκλεπτυσμένα οπερετικά είδη του 19ου αιώνα.

Η Όπερα της Κοπεγχάγης και η μεταρρύθμιση

Η σοβαρή όπερα θεωρήθηκε από Ιταλούς συνθέτες (Νικολό Τζομμέλλι και Τομμάζο Τραέτα) δύσκαμπτη και απόλυτη, και έτσι άρχισε η μεταρρύθμιση ώστε να καταστεί η όπερα πιο φυσική και ρεαλιστική. Επιτεύχθηκε με χρήση μεγαλύτερων φωνητικών συνόλων και ενίσχυση του ρόλου της ορχήστρας. Ο Τζομμέλλι και ο Τραέτα έφεραν και ένα κοσμοπολίτικο χαρακτήρα, συνδυάζοντας τη γαλλική όπερα με την ιταλική. Περισσότερο στο συνδυασμό αυτό τα κατάφερε ο Βαυαρός Κρίστοφ Βίλιμπαλντ Γκλουκ (1714-1787), που υπήρξε και βασιλικός συνθέτης στην αυλή της Βιέννης. Ο Γκλουκ απλοποίησε τη μουσική δομή, πρόσθεσε την εισαγωγή ως αναπόσπαστο μέρος του δράματος, χρησιμοποίησε τη χορευτική μουσική της γαλλικής όπερας ενώ σε πολλές όπερες του συνέθεσε μεγάλες ενιαίες σκηνές με ανάμιξη ρετσιτατίβων και αριών. Σημαντικά έργα του είναι τα εξής: Ορφέας, Ορφέας και Ευριδίκη, Αρμίδα, Ιφιγένεια εν Αυλίδι και Ιφιγένεια εν Ταύροις. Η μεταρρύθμισή του επηρέασε συνθέτες μεταγενέστερες π.χ. Κερουμπίνι, Σποντίνι και Εκτόρ Μπερλιόζ (1803-1869).

Γερμανική όπερα

Στην Γερμανία δημιουργήθηκε το singspiel, ένα είδος κωμικής όπερας όπως ο ΄Μαγικός Αυλός’ (1791) του Μότσαρτ. Αυτή αποτέλεσε και τη βάση για την ανάπτυξη της γερμανικής ρομαντικής όπερας. Ακολούθησε η μοναδική όπερα του Μπετόβεν, το Fidelio, και οι όπερες των Καρλ Μαρία φον Βέμπερ και Χάινριχ Μάρσνερ, που περιέχουν στοιχεία του singspiel και του μελοδράματος, και επηρέασαν τον Ρίχαρντ Βάγκνερ. Οι όπερες του Βάγκνερ έχουν μεγαλειώδες ύφος και ανάμειξαν την άρια με το ρετσιτατίβο. Η συνοδεία της ορχήστρας είναι διαρκής και δημιουργεί την αίσθηση παρατεταμένης μελωδίας που διακόπτεται σε κύρια σημεία της πλοκής του έργου.

Η όπερα τον 19ο αιώνα

H ιταλική όπερα, στις αρχές του 19ου αιώνα ισχυροποιείται με συνθέτες όπως ο Τζουζέπε Βέρντι, ο Τζοακίνο Ροσσίνι, ο Γκαετάνο Ντονιτσέτι, ο Βιντσέντσο Μπελλίνι. Οι άριές τους έχουν δύο μέρη, ένα μέρος αργού ρυθμού που το διαδέχεται ένα ρυθμικά γρήγορο μουσικό τμήμα. Σημαντικές όπερες είναι ο ‘Κουρέας της Σεβίλλης’ (1816), αρκετές τραγωδίες του Ντονιτσέττι όπως η Lucia di Lammermoor (1835). Ο Τζουζέπε Βέρντι ενθουσιάζει με όπερες όπως ο Rigoletto (1851), η Τραβιάτα και η Αΐντα. H τραγική όπερα του Βέρντι ‘Οθέλος’ (1887) και η κωμική όπερα του ‘Φάλσταφ’ (1893) περιέχουν λιμπρέτα του Αρρίγκο Μπόιτο βασισμένα σε έργα του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ. Στα τέλη του 19ου αιώνα, καθιερώνεται ο Βερισμός-συναισθηματικό και ρεαλιστικό μελόδραμα, με σπουδαίο εκπρόσωπο τον Τζιάκομο Πουτσίνι, και με έργα όπως το La Boheme (1896) και Tosca (1900), Turandot κ.ά.

Οι βασικοί ήρωες-χαρακτήρες έχουν μια άρια σε κάθε πράξη. Επιπλέον, το ρεπερτόριο περιέχει κι άλλες άριες από το ρεπερτόριο δευτερευόντων χαρακτήρων του έργου.

Ακούστε τo ‘χορωδιακό των Εβραίων σκλάβων’ από την όπερα Ναμπούκο του Τζουζέπε Βέρντι (Nabucco – Hebrew Slaves Chorus, Giuseppe Verdi)

Ακούστε τo χορωδιακό, το ορχηστρικό και την άρια ‘Casta vida’ της όπερας ‘Νόρμα’ του Βιτσένσο Μπελλίνι / Bellini. Την άρια ερμηνεύει η Μαρία Κάλλας !

Ακούστε τον οπερατικό διάλογο της σοπράνο Joan Sutherland και του μπάσου Salvatelo στην όπερα ‘Τόσκα’ του Τζιάκομο Πουτσίνι / Giacomo Puccini !

8) Ουβερτούρα / Overture

Η ουβερτούρα (overture) είναι αυτόνομη μουσική σύνθεση. Ακούγεται συνήθως ως εισαγωγή πριν αρχίσει μία όπερα ή ένα ορατόριο για να εγκλιματιστεί ο ακροατής στο τραγικό ή στο εύθυμο κλίμα του έργου. Η γαλλική ουβερτούρα του Λυλί Ζαν Μπατίστ, χωριζόταν σε δύο μέρη, αργό και γρήγορο, ενώ η ιταλική ουβερτούρα, που καθιέρωσε ο Αλεσσάντρο Σκαρλάττι, σε τρία μέρη: γρήγορο, αργό, γρήγορο. Στο τέλος του 18ου αιώνα η ουβερτούρα ενσωματώνει θεματικό υλικό της όπερας ώστε να δένει με το όλο έργο. Ο Γκλουκ εφάρμοσε, από τους πρώτους, αυτή την υλοποίηση και επηρέασε τον Μότσαρτ, που έδεσε ακόμα πιο έντονα την ουβερτούρα με την όπερα. Η ουβερτούρα του 19ου αιώνα εξελίχθηκε ώστε να μοιάζει με το Α μέρος της συμφωνίας (σονάτα).

Εμφανίζεται και η συναυλιακή ουβερτούρα, που γράφεται και εκτελείται ανεξάρτητα από άλλο έργο π.χ. η Ουβερτούρα 1812 του Τσαϊκόφσκι. Ο Βάγκνερ την επεκτείνει, ώστε να αποδίδει τη δραματικότητα του έργου. Αυτήν την παραλλαγή σε εκτεταμένο πρελούδιο με ενσωμάτωση στην όπερα χωρίς διακοπή, ακολούθησε και ο Βέρντι. Ο Ροσσίνι έκανε χρήση της ίδιας εισαγωγής από την όπερα ‘Κουρέας της Σεβίλλης’ και σε άλλα έργα του. Με το λήξη του 19ου αιώνα σταμάτησε η χρήση ουβερτούρας για όπερα, όμως συνέχισε στον 20ο αιώνα, σε άλλες σκηνικές μορφές, όπως η οπερέτα.

Ακούστε την ουβερτούρα από την όπερα ‘’Γουλιέλμος Τέλλος’’ του Τζοακίνο Ροσσίνι (Rossini: ‘Guillaume Tell’ – Ouverture)

Ακούστε την ουβερτούρα από την όπερα ‘Η νυχτερίδα’ του Γιόχαν Στράους (Johann Strauss – Overture “Die Fledermaus” – Vienna Philharmonic Orchestra, Zubin Mehta)

9) Συμφωνία με Ορχήστρα / Symphony with Orchestra

H Συμφωνία (ιταλ.: Sinfonia) απ’ τις αρχές του 17ου αιώνα περιγράφει ορχηστρικά έργα μεταβαλλόμενης μορφής. Ποιο συνηθισμένη είναι η κλασική συμφωνία, δηλαδή έργου για συμφωνική ορχήστρα σε τέσσερα μέρη και που μοιάζει με κλασική σονάτα.

Στην προκλασική περίοδο (μέσα του 18ου αιώνα) η συμφωνία ανεξαρτητοποιείται από την όπερα και σταθεροποιείτα σε μια δομή τρίρυθμη (γρήγορα-αργά-γρήγορα). Ο Τζιοβάνι Μπατίστα Σαμαρτίνι έγραψε περί τα 80 έργα αυτού του είδους, που τελικά επηρέασαν σύγχρονούς του συνθέτες. Σημαντικό ρόλο στην αυτονόμηση της συμφωνίας έπαιξαν επίσης ο Βιβάλντι, ο Περγκολέζι και μετά οι βιεννέζοι Ματίας Μον (Monn) και ο Βάγκενζαϊλ με 60 συμφωνίες, τριμερείς και τετραμερείς που είχαν το πρώτο μέρος σε φόρμα σονάτας. Το νέο είδος διαμόρφωσαν και άλλοι συνθέτες (Στάμιτς, Ρίχτερ, Κάναμπιχ, Ντάντσι κ.ά.) όπως και διάφορα ορχηστρικά σχήματα.

Η συμφωνία φτάνει στο απόγειό της με τις συμφωνίες του Μπετόβεν, που μαζί με τους Μότσαρτ και Χάυντν, της διέπλασαν μια καθιερωμένη μορφή – με Ρυθμική αγωγή, Τονικότητα, Φόρμα σονάτας, ασματική, Adagio, Andante, Allegro, Vivace, Presto, Μενουέτο-Τρίο, Σκέρτσο, «Φινάλε», Ροντό κ.ά.

Ο Χάυντν έγραψε από το 1757 έως το 1795 περίπου 108 συμφωνίες. Oι πιο πολλές από τις πρώιμες όπερες του είναι τριμερείς με ένα θέμα στο Α μέρος («μονοθεματική φόρμα σονάτας»). Στην ύστερη περίοδο γίνονται τετραμερείς, με το πρώτο μέρος να έχει φόρμα σονάτας, ενώ το δεύτερο θέμα είναι διακριτό. Προσέδωσε αισθητικό βάρος στο είδος, διευρύνοντας τη συμφωνία ενορχηστρωτικά αλλά και ως προς τον χρόνο.

Ένας μεγάλος αριθμός των συμφωνιών του Μότσαρτ γράφτηκε όταν ήταν μεγάλο παιδί και έφηβος. Πολλές ανήκουν στο είδος της οπερατικής εισαγωγής (“Sinfonia”), Από τα ώριμες συμφωνίες του ξεχωρίζουν οι αρ. 25 (KV183), αρ. 28 (KV200), αρ. 29 (KV201) και οι τελευταίες του που είναι αριστουργήματα, δηλαδή: αρ. 38 (KV504, «Της Πράγας»), αρ. 39 (KV543), αρ. 40 (KV550) και αρ. 41 (KV551, «Του Διός»).

Ο Μπετόβεν, με τις 9 συμφωνίες του, επηρέασε συγχρόνους και μεταγενέστερους συνθέτες. Οι πρώτες 2 συμφωνίες του είναι επηρεασμένες από τον Χάυντν, ενώ από την 3η συμφωνία και εξής, αναμορφώνει τη συμφωνία π.χ. αντικαθιστά το μενουέτο-τρίο με το σκέρτσο, στήνει για κάθε συμφωνία μια διαφορετική σύνθεση ορχήστρας. Οι νέες αστικές κοινωνικές δομές που επέφερε η Γαλλική Επανάσταση και το πνεύμα νεωτερικότητας στην ευρωπαϊκή φιλοσοφία και τέχνη, στο τέλος του 18ου αιώνα, τον οδήγησαν να επιδιώκει έργα μοναδικότητας, μνημειώδη με καινοτόμο πνεύμα. Οι κορυφαίες συμφωνίες του είναι η (σε Μι ύφεση μείζονα, «Ηρωϊκή»), η (σε Ντο ελάσσονα), η (σε Φα μείζονα, «Ποιμενική») και η (σε Ρε ελάσσονα).

Μετά, η συμφωνία στο Ρομαντισμό είχε δύο εξελικτικές και αποκλίνουσες τάσεις:
α) συνέχιση της συμφωνίας με τετραμερή δομή, χωρίς εξωμουσικό περιεχόμενο, με μια ρομαντική μουσική και με αρκετές μορφολογικές ιδιαιτερότητες, και είχε σκοπό τη μοναδικότητα, πρότυπο του Μπετόβεν. Εκπρόσωποι του ρομαντισμού οι συνθέτες Φραντς Σούμπερτ (8 Συμφωνίες), Φέλιξ Μέντελσον (5 συμφωνίες), Ρόμπερτ Σούμαν (4 Συμφωνίες), Άντον Μπρούκνερ (9 συμφωνίες και μία 10η ημιτελής), Γιοχάνες Μπραμς (4 Συμφωνίες), Πιοτρ Ίλιτς Τσαϊκόφσκι (6 Συμφωνίες), Αντονίν Ντβόρζακ (9 Συμφωνίες) και Γκούσταβ Μάλερ (9 Συμφωνίες, και μία 10η ημιτελής).

β) απόκλιση της συμφωνίας απ’ την κλασική δομή της. Η νέα δομή έχει εξωμουσικό περιεχόμενο, περιγράφει με τη μουσική συναισθήματα, σκέψεις. Είναι εμπνευσμένη από ποιητικά και λογοτεχνικά έργα ή από τη φύση και τον άνθρωπο. Αυτό έπραξαν ο Έκτωρ Μπερλιόζ, ο Φραντς Λιστ και ο Ρίχαρντ Στράους. Ο Λιστ δημιούργησε με βάση εξωμουσικές ποιητικές/λογοτεχνικές ιδέες το μονομερές συμφωνικό ποίημα. Ο Στράους το ανέπτυξε στα όρια του εξπρεσιονισμού. Ο Μπερλιόζ συνέθεσε την «προγραμματική συμφωνία», με επίσης ένα εξωμουσικό περιεχόμενο και με διαδοχή συναισθημάτων σε ένα εξιστορητικό πλαίσιο (Φανταστική Συμφωνία).

Η μουσική των συνθετών που εκπροσωπούσαν τις δύο τάσεις δεν διέφεραν ως προς το ρομαντικό μουσικό ιδίωμα, παρά μόνο στα μορφολογικά κριτήρια και με τη διαφορά ότι τα έργα της συμφωνικής προγραμματικής μουσικής έφεραν τίτλους. Στο γενικότερο ρομαντικό πλαίσιο της εποχής δινόταν έμφαση, όχι τόσο στη φόρμα όσο στο αισθητικό περιεχόμενο. Έτσι αρκετοί συνθέτες του ρομαντισμού, όπως ο Μάλερ, προσέθεταν λεκτικά νοήματα, ‘ενθέτοντας’ στη συμφωνία σολίστες ή χορωδίες που τραγουδούσαν ποιητικά κείμενα. Εξάλλου, μια τέτοια ανάμιξη του είδους της συμφωνίας με την καντάτα είχε εγκαινιάσει ήδη ο Μπετόβεν, στο 5ο μέρος της 9ης Συμφωνίας.

Η συμφωνία στον 20ό αιώνα διευρύνεται από μορφολογικής και μουσικής άποψης με τον Μάλερ και τον Κλωντ Ντεμπυσύ υπό την επίδραση του ιμπρεσιονισμού. Κατά τον μοντερνισμό (1910-1965) εγκαταλείπονται τα μορφολογικά πρότυπα της συμφωνίας, διευρύνεται η τονικότητα (ως ατονικότητα αρχικά και μετά ως σειραϊσμός ή δωδεκαφθογγισμός, καθολικός σειραϊσμός και μετασειραϊσμός).

Παρόλ’ αυτά, Ρώσοι συνθέτες (1900-1950) – όπως ο Σεργκέι Ραχμάνινοφ (3 Συμφωνίες), ο Σεργκέι Προκόφιεφ (7 Συμφωνίες) και ο Ντμίτρι Σοστακόβιτς (15 Συμφωνίες) – συνέθεσαν αξιόλογες συμφωνίες, συχνά με παραδοσιακή τετραμερή δομή και σε ρομαντικό, νεοκλασικό ή διευρυμένο τονικό μουσικό ιδίωμα.

Μετά το 1960 – και ενώ είχε εγκαταλειφθεί το είδος της συμφωνίας από τους μουσικούς μοντερνιστές – η συμφωνία επανέρχεται ως είδος σε ένα μεταμοντέρνο πλαίσιο με πλουραλισμό υφών ή με αναβίωση παλαιών υφών, (νεορομαντισμός, νεοτονικότητα κ.ά.). Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Κριστόφ Πεντερέτσκι, που από το 1973 έως το 2005 έχει γράψει 8 συμφωνίες σε νεορομαντικό ύφος

Ακούστε την Ωδή της Χαράς/ Ode of Joy από την 9η Συμφωνία του Μπετόβεν (που καθιερώθηκε ως Ευρωπαϊκός Ύμνος)

Ακούστε τη διάσημη ‘Μικρή Νυκτερινή Μουσική’ από την Συμφωνία αρ. 40 του Μότσαρτ. To ‘Χασάπικο 40’ με στίχο του Νίκου Γκάτσου, το ‘εμπνεύστηκε’ ο Μάνος Χατζηδάκις από τη ‘Συμφωνία 40’ του Βόλφγκανγκ Αμαντέους Μόζαρτ !!

Ακούστε την αντιναζιστική Συμφωνία αρ. 7 με τίτλο ‘Λένινγκραντ’ του Ρώσου συνθέτη Ντμίτρι Σοστακόβιτς (Dmitri Shostakovich: Symphony No 7 ‘Leningrad’ in C major op 60- Director Valery Gergiev-Orq. Mariinsky theatre)

ΕΛΛΑΔΑ

Καταληκτικά, αναφέρεται και το αξιόλογο έργο του Έλληνα Μανώλη Καλομοίρη. Συνέθεσε όπερες, συμφωνικά έργα, έργα μουσικής δωματίου και πολλά άλλα. Βασική πηγή έμπνευσης του ήταν η Ελλάδα, η σπουδαία ιστορία της, η λαϊκή παράδοσή της, οι βυζαντινές καταβολές. Η δημοτική μουσική είναι μεν σημαντικός πυλώνας της δημιουργίας του, αλλά ο ίδιος δεν χρησιμοποιεί συχνά αυτούσιες μελωδίες δημοτικών τραγουδιών. Κορυφαία δημιουργία του είναι η ‘Συμφωνία της Λεβεντιάς’. Τη συνέθεσε το 1920, εμπνεόμενος από τις μέχρι τότε συνεχείς επιτυχίες του ελληνικού στρατού. Ήταν μουσική για το όρμα της Μεγάλης Ιδέας. Ως συμφωνία χωρίζεται σε τέσσερα μέρη, με το τελευταίο μέρος να είναι γραμμένο για χορωδία και ορχήστρα, Φέρει την ονομασία «Τα Νικητήρια (Τη Υπερμάχω)/ Finale», το οποίο βασίζεται στον βυζαντινό ύμνο ‘Τη Υπερμάχω Στρατηγώ’. Ο συνθέτης με αυτό το μέρος αφενός προσδίδει μεγαλοπρέπεια στο έργο, αφετέρου δημιουργεί κλίμα εθνικής ανάτασης που επικρατούσε στην Ελλάδα ως το 1920. Ήθελε με το έργο του να την αναθερμαίνει.

Ακούστε το 4ο και τελευταίο μέρος της ‘Συμφωνίας της Λεβεντιάς’ του Μανώλη Καλομοίρη με τίτλο «Τα Νικητήρια / Τη Υπερμάχω» /Finale (διάρκειας 13 λεπτών)

Καλή ανάγνωση. Καλή ακρόαση των μουσικών έργων στα 9 κεφάλαια

Παράρτημα με τρεις επεξηγήσεις

1. Είδη φωνών σε όπερες, ορατόρια, άριες

Οι φωνές των ερμηνευτών ανάλογα με την κατηγοριοποίηση διακρίνονται στις εξής

Ανδρικές φωνές

Βαθύφωνος ή μπάσσος (bass) – καλύπτει τις χαμηλότερες νότες

Βαρύτονος (baritone) – καλύπτει τις ενδιάμεσες περιοχές

Τενόρος (tenor) ή οξύφωνος – καλύπτει τις υψηλότερες νότες

Κόντρα-τενόρος (countertenor) – για τις υψηλότατες νότες ανδρικής φωνής.

Γυναικείες φωνές

Κοντράλτο (contralto) – καλύπτει τις χαμηλότερες νότες

Μεσόφωνος ή μέτσο-σοπράνο (mezzo soprano) – καλύπτει τις ενδιάμεσες περιοχές

Υψίφωνος ή σοπράνο (soprano) – καλύπτει τις υψηλότερες νότες

Ωστόσο μπορούν να υπάρχουν και φωνές που ανήκουν σε ενδιάμεσες κατηγορίες.

2. Μουσικά όργανα

3. Κατηγοριοποίηση Opus, για έργα συνθετών

Σε έναν μουσικό κατάλογο έργων ενός συνθέτη, ο αριθμός opus είναι η μουσική ταυτότητα του έργου και αυτός συνδυάζεται με έναν βασικό αριθμό. Είναι “ο αριθμός εργασίας” που αντιστοιχεί σε μια μουσική σύνθεση, ή σε ένα σύνολο συνθέσεων, για να δείξει τη χρονολογική σειρά της παραγωγής του συνθέτη. Οι αριθμοί Opus χρησιμοποιούνται για τη διάκριση μεταξύ συνθέσεων με παρόμοιους τίτλους.

Για παράδειγμα, το Piano Sonata του Μπετόβεν Νο. 14 στο C-sharp minor (1801) (με τον γνωστό σε μας τίτλο Moonlight Sonata) είναι το “Opus 27, No. 2”, του οποίου ο αριθμός εργασίας το αναγνωρίζει ως συνοδευτικό κομμάτι του “Opus 27, No. 1” “(Piano Sonata No. 13 στο E-flat major, 1800-01), σε συνδυασμό με τον ίδιο αριθμό opus, Και οι δύο είχαν τον υπότιτλο Sonata quasi una Fantasia. Είναι οι μόνες δύο από όλες τις 32 σονάτες πιάνου του Beethoven με τον ίδιο αριθμό opus. Επιπλέον, το Piano Sonata, Op. 27 Νο. 2, στο C-sharp minor καταγράφεται επίσης ως “Sonata No. 14”, επειδή είναι η δέκατη τέταρτη σονάτα του Ludwig van Beethoven.

Δεδομένης της ασυνεπούς ή ανύπαρκτης εκχώρησης αριθμών opus, ειδικά κατά τη διάρκεια των μπαρόκ (1600-1750) και των κλασικών εποχών (1750-1827), οι μουσικολόγοι είχαν αναπτύξει άλλα συστήματα αριθμών καταλόγου. Ανάμεσά τους οι Bach-Werke-Verzeichnis (αριθμός BWV) και οι Köchel-Verzeichnis (αριθμοί K- και KV) που απαριθμούν τα έργα των Johann Sebastian Bach και Wolfgang Amadeus Mozart,.

Μελέτη – Συγγραφή

Δρ Ιωσήφ Σ. Ιωσηφίδης – πρώην βαρύτονος, μπάσος της Οπερατικής Λυρικής Σκηνής Κύπρου και Αντιπρόεδρος της.

31 Ιανουαρίου 2021