Κέντρου – Αγαθοπούλου Μαρία

Εργο-βιογραφικό Σημείωμα

Η Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου γεννήθηκε το 1930 στη Θεσσαλονίκη από γονείς Μικρασιάτες. Εμφανίστηκε στα γράμματα το 1961 με την ποιητική συλλογή Ψυχή και τέχνη. Είναι μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης και της Εταιρείας Συγγραφέων. Έχει συνεργαστεί με πολλά λογοτεχνικά περιοδικά (Νέα Πορεία, Διαγώνιος, Τραμ, Εντευκτήριο, Παρατηρητής, Παραφυάδα, Διαβάζω, Η λέξη, Γράμματα και τέχνες, Οδός Πανός, Ρεύματα). Ποιήματά της έχουν δημοσιευτεί σε σημαντικές ανθολογίες της Ελλάδας και του εξωτερικού. Μεταφράσεις ποιημάτων της έχουν γίνει στα αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά, ιταλικά, πολωνικά, ρουμανικά, ισπανικά, σερβικά. Διηγήματά της βρίσκονται σε γερμανικές ανθολογίες. Έχει κάνει ομιλίες για ποιητές και ποιήτριες στη Λέσχη Γραμμάτων και Τεχνών, στη Θεολογική Σχολή του Α.Π.Θ., στο Βαφοπούλειο Πνευματικό Κέντρο, στην Εταιρία Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης, μεταξύ άλλων. Το ποίημά της «Ο μοτοσυκλετιστής» επελέγη για τα Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας και διδάσκεται στην Γ΄ Λυκείου. Έχει πάρει το Βραβείο Δήμου Θεσσαλονίκης (1964), το Βραβείο Νικηφόρου Βρεττάκου (1994) και το Βραβείο Ακαδημίας Αθηνών, Ίδρυμα Πέτρου Χάρη (2003).

Έχει δημοσιεύσει τα βιβλία:

  • Ψυχή και τέχνη, Θεσσαλονίκη 1961.
  • Διασταυρώσεις, Θεσσαλονίκη 1965 (Βραβείο Δήμου Θεσσαλονίκης, 1964, ως ανέκδοτη συλλογή).
  • Περίπτωση σιωπής, Θεσσαλονίκη 1968.
  • Μεγεθύνσεις, Νέα Πορεία, Θεσσαλονίκη 1971.
  • Αρμιλλάρια, Νέα Πορεία, Θεσσαλονίκη 1973.
  • Τα τοπία που είδα, Νέα Πορεία, Θεσσαλονίκη 1975.
  • Τα επακόλουθα, Νέα Πορεία, Θεσσαλονίκη 1978.
  • Θαλασσινό ημερολόγιο, Διαγώνιος, Θεσσαλονίκη, 1981.
  • Μετανάστες του εσωτερικού νερού, Διαγώνιος, Θεσσαλονίκη 1985.
  • Η σκοτεινή διάρκεια των ημερών, Διαγώνιος, Θεσσαλονίκη 1993 (Βραβείο Νικηφόρου Βρεττάκου, 1994).
  • Το οκτασέλιδο του Μπιλιέτου, νούμερο 13, Παιανία, Απρίλιος-Ιούνιος 1997.
  • Επιλογές και Σύνολα. Ποιήματα (1965-1995), Νησίδες, Σκόπελος 2001.
  • Σαλκίμ, Νεφέλη, Αθήνα 2001.
  • Σεντόνια της αγρύπνιας, Μεταίχμιο, Αθήνα 2006.
  • Συνοικισμός Σιδηροδρομικών, αφήγημα, Κέδρος, Αθήνα 1998.
  • Στο δωμάτιο, διηγήματα, Νεφέλη, Αθήνα 1999.
  • Η παραίτηση, διηγήματα, Κέδρος, Αθήνα 2002 (Βραβείο Ακαδημίας Αθηνών, Ίδρυμα Πέτρου Χάρη, 2003).
  • Οι μικρές χαρές, διηγήματα, Μεταίχμιο, Αθήνα 2005.
  • Η Ευρυδίκη με το τσιγάρο στο μπαλκόνι, διηγήματα, Γαβριηλίδης, Αθήνα 2010.
  • Δοκίμια και δοκιμασίες, Νησίδες, Σκόπελος 1999.

Η Μαρία Κέντρου – Αγαθοπούλου διέπρεψε στην ποίηση, στο διήγημα, στο δοκίμιο. Δεν έχουμε παρά να διαβάσουμε τα δοκίμιά της για τη Ζωή Καρέλλη στη συλλογή δοκιμίων με τίτλο Δοκίμια και δοκιμασίες και θα αντιληφθούμε ότι κρατά τα κλειδιά που ανοίγουν την ποίηση του άλλου, δείγμα γενναιοδωρίας, που χαρακτηρίζει τους σπουδαίους δημιουργούς. Στα διηγήματά της μιλά για τη γειτονιά της παιδικής της ηλικίας, την ανάγει σε «συμφωνία ύπαρξης», μέσα σε έναν ευρύτερο τόπο παραφωνίας και παράλογου πολέμου. Η γειτονιά της τη βοήθησε να ’ρθει κοντά στον άνθρωπο, στην αγάπη και στο χώμα, με όλη την πολυσημία της λέξης.

Η ποίησή της κατέχει εξέχουσα θέση τόσο στο σύνολο του έργου της όσο και στην πλούσια ποιητική παραγωγή τής Θεσσαλονίκης. Αν και εμπνέεται κυρίως από βιώματα, όλη της η θεματική, ακόμη και όταν έχει πρώτη ύλη την καθημερινότητα, ανάγεται σε αρχέτυπα. Παράδειγμα, η πραγματική θάλασσα, αυτή που αγκαλιάζει τη Θεσσαλονίκη. Απεικόνιση της ποιητικής έμπνευσης στις πρώτες συλλογές, η θάλασσα γίνεται μεταμόρφωση της μάνας Γης, αρχή ζωής και τελικός προορισμός.

Με εικόνες ανοίκειες αλλά και προσιτές σε όλους τους αναγνώστες της, όπως όταν το δένδρο, το σπίτι και η πέτρα συνεργάζονται για να στηρίξουν το δίπτυχο σταθερότητα-κίνηση, σύμβολα ζωής και θανάτου, υποβάλλει μια σύνθετη και αντιφατική πορεία του ανθρώπου, ηρακλείτεια «ομόνοια διά των εναντίων». Κι αυτό γιατί, κάτω από τις πιο απλές λέξεις, νιώθουμε το μαγικό άγγιγμα του γνήσιου ποιητή, του ποιητή-στοχαστή. Μας προσκαλεί να μοιραστούμε μαζί της, από την άλλη όψη της γραφής –τη δημιουργική ανάγνωση–, το υλικό από το οποίο πλάθονται οι επιθυμίες, οι φόβοι, τα όνειρα, κοντολογίς, το υλικό από το οποίο είναι πλασμένη η πηγαία ποίηση. Οι λέξεις δρουν, δημιουργούν, ερωτοτροπούν, όπως το δένδρο που σε κάθε του εμφάνιση στην ποίησή της αγγίζει τη γη και τον ουρανό, με μια δύναμη συνάμα χθόνια και ουράνια, μας θυμίζει ότι οι ρίζες του είναι βαθιά μέσα στο χώμα, ότι είναι αδελφός του ανθρώπου και ότι στο σώμα του περικλείει μια ανθρώπινη ψυχή:

Κάποιος θα κλαίει πάνω σ’ ένα δέντρο
Μέσα σ’ ένα δέντρο (Τα επακόλουθα).

Μπροστά στο δυναμικό θρόισμα των φύλλων και τα άγρια κύματα της θάλασσας ορθώνεται η σταθερότητα της πέτρας∙ χτίζει ναούς, σπίτια, μνήματα, κοντά στη θάλασσα, κοντά στην ψευδαίσθηση της αέναης κίνησης, καθώς αντανακλά την αέναη ακινησία.

Η θάλασσα φεύγει
έγραφε στις Μεγεθύνσεις το 1971.
Και τώρα δεν έχω
Ούτ’ ένα ποίημα θαλασσινό

συνεχίζει στο Θαλασσινό ημερολόγιο, δέκα χρόνια αργότερα. Η θάλασσα βγάζει στη στεριά τα τέρατα, όπως στην Αποκάλυψη, και εξαφανίζεται, όπως στα προφητικά οράματα του Ιωάννη. Και τότε η θάλασσα γίνεται εσωτερικός χώρος και ερμηνεύει τα κίνητρά μας, καθώς όλες οι προσπάθειές μας έχουν ένα μόνο στόχο, κι αυτός ανέφικτος: να ξεγελάσουμε το θάνατο.

Μεταιχμιακά σύμβολα, όπως το σούρουπο, το παράθυρο, η όχθη, η προκυμαία, η ακρογιαλιά, ο καθρέφτης, συσσωρεύονται, αποκαλύπτονται ως σημεία μετάβασης του χωροχρόνου από την καθημερινότητα στην ποίηση:

Στην προκυμαία το βράδυ να στέκεσαι
Να κουβεντιάζεις μ’ ένα θαλασσινό όνειρο
έλεγε από το 1967 (Περίπτωση σιωπής).

Το ποίημα

Εδώ μακριά που μας κρατά
Και μας ριζώνει η πέτρινη εξορία
Ακόμα γράφουμε ποιήματα ωραία
Ίσως θα ’πρεπε να μιλούμε
Τη γλώσσα των πρωτοπλάστων
Όμως εμείς ξεπερνούμε τον νόμο
Της βαρύτητάς μας
Όταν έρχεται άξαφνα το ποίημα
Με τη δική του νίκη μάς διαπερνά
Απάνω μας πετά το μεγάλο κύμα
Έρχεται να στεφανώσει
Την πέτρινη εξορία
Που εδώ μακριά μας κρατά
Και μας ριζώνει

(Αρμιλλάρια, 1973)

Όταν η Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου μιλά για ποίηση δεν γράφει ένα απλό ποίημα ποιητικής. Δίνει την έντονη εντύπωση ότι θέλει να προλάβει να χτίσει το δικό της σύμπαν, πριν επαληθευθεί η προφητεία της Αποκάλυψης: στον νέο κόσμο δεν θα υπάρχει θάλασσα (21, 1). Η θάλασσά της είναι όπως ο χους της Παλαιάς Διαθήκης, γέννηση και προορισμός. Η ποίηση και η ύπαρξη ξεκινούν από τη θάλασσα και επιστρέφουν στη θάλασσα. Πέτρινες ή υδάτινες, οι λέξεις παραπέμπουν σε δένδρα, πάλλονται, γιγαντώνουν μπροστά στο βλέμμα της αυθεντικής ποίησης. Οι ίδιες λέξεις, όταν αγγίζουν την αθέατη πηγή της δημιουργίας τους, ενώνονται και μας ενώνουν με τις ρίζες μας.

Ο τίτλος της συλλογής Μετανάστες του εσωτερικού νερού (1985) μπορεί να μας οδηγήσει σε μια αρχετυπική ερμηνεία: το σύμβολο θάλασσα ανάγεται σε τόπο κρυμμένο βαθιά μέσα μας, σε τοπίο που δεν μας εγκαταλείπει ποτέ. Και ο άνθρωπος, αμφίβιο ζώο, μπαινοβγαίνει στο φόβο του θανάτου, ενώ εξορκίζει το μεγάλο ψάρι. Μπροστά μας η θάλασσα, πίσω μας η πέτρινη εξορία.

Αν ποίηση είναι να σκάβεις το χώμα, να μπαίνεις βαθιά μέσα στη γη για να φυτέψεις ένα αειθαλές δένδρο, να το αγκαλιάζεις σφιχτά και να ανεβαίνεις μαζί του όσο πιο ψηλά μπορεί να φτάσει, τόσο ψηλά που να βλέπεις μόνο την ομορφιά του σύμπαντος, η Μαρία Κέντρου-Αγαθοπούλου γράφει την πιο γνήσια ποίηση που μπορεί να δώσει η ανθρώπινη δημιουργία. Η θάλασσα θριαμβεύει, το κύμα σαρώνει τη ζωή γύρω του, αλλά το ποίημα, γραμμένο με λέξεις δένδρα, γίνεται άξονας του σύμπαντος, παραμένει, γη και ουρανός, πιο δυνατό από τη θάλασσα.

Το ποίημα

Όταν γεννιέται το ποίημα
Να φοβάσαι ποιητή
Να ντύνεσαι γερή πανοπλία
Τις λέξεις να υποψιάζεσαι πάντα
Μη σε χτυπήσουν
Γιατί έτσι παράφορος που γίνεσαι
Την ώρα που το ποίημα πλησιάζει
Μπορεί να μην αντιληφθείς
Πως ένας κίνδυνος σε απειλεί
Ανεμίζοντας σπαθί αστραφτερό
Στον αέρα

(Τα επακόλουθα, 1978)

«Πήγα στην ποίηση και στο ποίημα εν αγνοία μου∙ με τυφλά μάτια∙ όπως δηλαδή πηγαίνει κανείς στη ζωή», εξομολογείται η Μαρία, στο Επίμετρο της συγκεντρωτικής έκδοσης των ποιημάτων της, με τίτλο Επιλογές και Σύνολα. Η ποίηση ωστόσο πήγε στη Μαρία εν γνώσει της. Σημαντική συγγραφέας και ποιήτρια, χαμηλών τόνων σε μια εποχή κραυγών, πολυβραβευμένη και μεταφρασμένη σε πολλές γλώσσες, αξίζει το πρώτο βραβείο του Συλλόγου Πολιτισμού Ελλάδας Κύπρου, του 2019, το βραβείο που θα απονεμηθεί σε συγγραφέα από την Ελλάδα για το σύνολο του λογοτεχνικού του έργου.

Ζωή Σαμαρά
Ομότιμη Καθηγήτρια Α.Π.Θ.

Βίντεο

ΒΡΑΒΕΙΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΗ ΓΙΑ ΤΟ ΣΥΝΟΛΟ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ ΤΟΥ | ΣΠΕΚ 2019

Η Λογοτεχνική Σκηνή υποδέχεται τη Μαρία Κέντρου - Αγαθοπούλου

Εξωτερικές Συνδέσεις

Συνεντεύξεις

Έργα στη Βιβλιοnet

Δείγματα

Επιλογές και σύνολα (1965-1995), Νησίδες, 2001

Διασταυρώσεις

Κάποτε θα είμαστε σαν δυο τρένα
Σε μια διασταύρωση
Που μόλις προφταίνεις να φωνάξεις
Καληνύχτα
Να δεις το πρόσωπο του άλλου
Πίσω απ’ το αχνισμένο τζάμι

Καμιά χειραψία

Σε κανένα ποτήρι δε θα εφαρμόζουν
Τα καπνισμένα δάχτυλά μας
Θα μαυρίζουμε από άλλο κάρβουνο
(Διασταυρώσεις, 1965, σ. 19)

***

Της αγάπης

Είναι οι στιγμές τα χρόνια τα ανελέητα
Είναι οι συνομιλίες που ποτέ δεν ησυχάζουν
Είμαστε εμείς που δεν ακουγόμαστε
Κάποιος άνεμος στροβιλίζει τη φωνή μας
Κάποιο χιόνι λιώνει το τραγούδι μας

Να υπάρχουμε
Πίνοντας μια χούφτα νερό
Να στεκόμαστε όρθιοι κάθε πρωί
Μπροστά στην πόρτα του σπιτιού μας
Να φωνάζουμε στ’ αντικρινά παράθυρα:
Καλή σας μέρα
Έχουμε μια φέτα ψωμί
Να την μοιραστούμε μαζί σας
Καλή σας ώρα
Μας φτάνει ν’ αγαπηθούμε
(Διασταυρώσεις, 1965, σ. 23)

***

Στην προκυμαία

Στην προκυμαία το βράδυ να στέκεσαι
Να κουβεντιάζεις μ’ ένα θαλασσινό όνειρο
Όταν αδειάζουν τα καφενεία κι οι δρόμοι
Όταν αδειάζουν τα καράβια και τα χέρια
Στην προκυμαία το βράδυ να στέκεσαι
Με το φώσφορο των ψαριών στα μάτια σου

Κανείς δεν υπάρχει να σε δει
Στην άκρη της γέφυρας
(Περίπτωση σιωπής, 1967, σ. 30)

***

Αναμονή

Ήταν αλλιώτικες οι μέρες
Που «περιμέναμε» τον πατέρα
Κίτρινα τ’ απογεύματα
Στο μεγάλο δωμάτιο
Με τις πολλές συναντήσεις
Τις χαμηλόφωνες συζητήσεις
Κι εκείνα τα μυστικά κοιτάγματα
Σαν να περίμεναν τις απαντήσεις
Που δεν έρχονταν

Εκείνα τα κίτρινα απογεύματα
Το κοριτσάκι του απάνω πατώματος
Εξασκούνταν επίμονα στο πιάνο
(Αρμιλλάρια, 1973, σ. 54)

***

Το παράθυρο

Πήγαινε στο παράθυρο
Πάλι ξημέρωσε
Τι θαύμα
Θα πιούμε τον πρωινό καφέ
Έπειτα θα δουλέψουμε
Θα ζήσουμε μια μέρα ακόμα
Πήγαινε στο παράθυρο
Κοίτα ο γείτονας ποτίζει τις γλάστρες
Στο μπαλκόνι
Άνοιξε το παράθυρο χαιρέτα τον
Πες του θερμά μια καλημέρα

Κλείσε το παράθυρο
Βλέπω κάποιον να μας κοιτάζει απ’ το δρόμο
Φοράει τη φορεσιά του την αλεξίσφαιρη
Και με πυρηνικές χειρονομίες μας απειλεί
(Τα επακόλουθα, 1978, σ. 83)

***

Παντομίμα

Μίλα σιγά να μην ακούγεσαι
Εδώ ακριβώς πάνω στα χείλη
Σημαδεύουν την κάθε λέξη μας

Μίλα σιγά
Αν μπορείς με νοήματα μόνο
(Τα επακόλουθα, 1978, σ. 84)

***

Αυτός ο άνεμος

Αυτός ο άνεμος
Μας ήρθε από τα ξένα
Εγκαταστάθηκε στο σπίτι μας
Έφαγε το ψωμί μας
Κοιμήθηκε τον ύπνο μας
Τρόμαξε τα όνειρά μας

Τώρα πεθαίνει
Μέσα στο ίδιο μας το σπίτι
(Δεύτερος τίτλος, 1978, σ. 101)

***

Θαλασσινό ημερολόγιο 2

Θυμάμαι το καλοκαίρι
Εκείνο το πικρό καλοκαίρι
Το σπίτι με τα παράθυρα στη θάλασσα
Το καφενείο που έγραφα ποιήματα
Το μικρό παιδί
Που έψαχνε επίμονα στην άμμο
Για ένα πεθαμένο ψάρι
Μα πιο πολύ θυμάμαι
Τη θάλασσα που δε χάρηκα
Και τώρα δεν έχω
Ούτ’ ένα ποίημα θαλασσινό
(Θαλασσινό ημερολόγιο, 1981, σ. 116)

***

Χωρίς προοπτική

Οι γυναίκες της μεγάλης ηλικίας
Μοιάζουν σα να μη τις άγγιξε κανείς
Έτσι που κάθονται στο σπίτι μονάχες
Ή στην εξοχή με σταυρωμένα χέρια

Τι να αισθάνονται τάχα
Την ώρα που νυχτώνει
Και πρέπει να κοιμηθούνε πάλι
Χωρίς να ’ναι κουρασμένες

Λένε πως βλέπουν όνειρα πολλά
Πως κουβεντιάζουν με τους πεθαμένους
Γι’ αυτό φαίνονται θλιμμένες το πρωί
Έτσι που πίνουν σιωπηλά τον καφέ τους
Χωρίς σχέδια και προοπτικές
Για τη νέα μέρα
Που προχωρεί απάνω τους
Αδιάφορα
(Θαλασσινό ημερολόγιο 1981, σ. 131)

***

Ο μοτοσυκλετιστής

Τι ν’ απόγινε άραγε
Εκείνος ο θορυβοποιός
Της νύχτας
Καβάλα στο μηχανικό του ζώο
Να κραδαίνει την άσφαλτο
Χωρίς φρένο
Να παίζει ώρα ύπνου
Με τις φρένες μας
Εδώ μέσα
Στο σακατεμένο κρανίο

Προχτές το μεσονύχτι
Που κοίταζα απ’ το παράθυρό μου
Το νέο φεγγάρι
Άκουσα θόρυβο παράξενο
Να ’ρχεται από ψηλά
Και μου φάνηκε πως τον είδα
Ένας άγγελος πάνω σε μοτοσυκλέτα
Να διασχίζει τους δρόμους τ’ ουρανού
Κι απ’ το σπασμένο καθρεφτάκι του
Να με κοιτάζει περίλυπος

Βγάλε μου σε παρακαλώ
Μια ωραία φωτογραφία
Να τη στείλω στο κορίτσι μου
Έτσι απάνω στη μοτοσυκλέτα μου
Με το ένα χέρι στο χειρόφρενο
Το άλλο να σιάζει τα σγουρά μαλλιά μου
Θέλω να φαίνεται καλά
Το καινούργιο μου πέτσινο
Το σιδερένιο κράνος
Να διακρίνεται προπάντων
Ο ίλιγγος στο πρόσωπό μου
Και κείνο του θανάτου
Το αναπόφευκτο
(Θαλασσινό ημερολόγιο, 1981, σ. 141)

***

Το ποτήρι

Ένα ποτήρι δεν είναι απλώς ένα ποτήρι

Καθώς την ασπιρίνη πίνεις
Το κρασί ή το φάρμακο
Τα χείλη σου ακουμπούν στην άκρη
Μιας μικρής αβύσσου

Στον πυθμένα της σαπίζει η σιωπή

Γύρνα το ποτήρι ανάποδα ή σπάσ’ το
Έτσι κι αλλιώς γυαλιά καρφιά μαζεύεις
Αισθήματα κι αγάπες του γλυκού νερού
Και στον αιώνα τον άπαντα διψάς
(Στο παράθυρο, σ. 193)

Φωτογραφίες

Ιδιοφώνως