Κατσώνης Κώστας

Εργο-βιογραφικό Σημείωμα

Ο Κώστας Κατσώνης γεννήθηκε στην Αραδίππου της επαρχίας Λάρνακας Κύπρου το 1949. Σπούδασε στην Παιδαγωγική Ακαδημία Κύπρου και στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στα παιδαγωγικά (M.Ed., Trenton College of New Jersey, ΗΠΑ) και είναι κάτοχος διδακτορικού διπλώματος στη λογοτεχνία για παιδιά και νέους, του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας. Εργάστηκε αρχικά ως δάσκαλος σε σχολεία δημοτικής εκπαίδευσης (1971-1988) και στη συνέχεια μεταπήδησε στη Μέση Εκπαίδευση, όπου εργάστηκε ως φιλόλογος-καθηγητής, αφυπηρετώντας το 2009 από τη θέση του Πρώτου Λειτουργού Εκπαίδευσης, με ειδικά καθήκοντα στο Γραφείου του Υπουργού Παιδείας και Πολιτισμού(2003-2009). Συνεργάστηκε στη συνέχεια, για μια πενταετία, με το Ευρωπαϊκό Πανεπιστήμιο Κύπρου, ως επιστημονικός συνεργάτης στη Σχολή Επιστημών της Αγωγής. Υπήρξε μέλος της Εκδοτικής Ομάδας του λογοτεχνικού περιοδικού «Ο Κύκλος» (1980-1986), ενώ από το 1989 ίσαμε σήμερα έχει την ευθύνη της έκδοσης του περιοδικού «Ανέμη-επιθεώρηση κυπριακής παιδικής λογοτεχνίας» (τεύχη 1-28), που εκδίδει ο Κυπριακός Σύνδεσμος Παιδικού Νεανικού Βιβλίου, του οποίου υπήρξε πρόεδρος από το 2007-2020. Είναι λογοτέχνης και ερευνητής-μελετητής της κυπριακής Ιστορίας και Λογοτεχνίας, και έχει επίσης ασχοληθεί με τη συγγραφή σχολικών εγχειριδίων. Έχει πλούσιο συγγραφικό έργο που περιλαμβάνει γύρω στις 20 εκδόσεις (ποίηση, διηγήματα, ιστορικές μελέτες, άρθρα και μελετήματα για την παιδική λογοτεχνία, δοκίμια, ανθολογία διηγήματος, διδακτορική διατριβή κ.ά.) και πληθώρα δημοσιεύσεων (άρθρων και μελετών) σε λογοτεχνικά περιοδικά της Κύπρου και της Ελλάδας. Έχει επιμεληθεί δεκάδες βιβλία Κύπριων συγγραφέων (λογοτεχνικά, λαϊκή ποίηση κτλ). Πρωτοστάτησε στην ίδρυση της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών Λάρνακας (2004), της οποίας είναι πρόεδρος από το 2007, ενώ με δική του πρωτοβουλία ιδρύθηκε στη Λάρνακα η Πολιτιστική Κίνηση «Φίλοι της Λογοτεχνίας και του Πολιτισμού» (2015), της οποίας υπήρξε ο πρώτος πρόεδρος, ενώ σήμερα κατέχει τη θέση του Αντιπροέδρου. Υπήρξε για μια τετραετία μέλος της Κριτικής Επιτροπής για τα Κρατικά Βραβεία Παδικής-Νεανικής Λογοτεχνίας Κύπρου και για μια δεκαετία πρόεδρος της Κριτικής Επιτροπής του Βραβείου Πολιτιστικής Προσφοράς Τεύκρου Ανθία-Θεοδόση Πιερίδη (2008-2018), ενώ από το 2010 είναι πρόεδρος της Κριτικής Επιτροπής των Διαγωνισμών κυπριακών ποιημάτων, ερωτικών δίστιχων και τσιαττιστών της λαϊκής γιορτής του Κατακλυσμού Λάρνακας. Έχει αναπτύξει πλούσια κοινωνική και πολιτιστική δράση στη γενέτειρά του Αραδίππου ως δημοτικός σύμβουλος και σχολικός έφορος (2011-2016) και στη Λάρνακα, όπου διετέλεσε Συντονιστής του Δημητρίειου Πολιτιστικού Κέντρου (1978-1983) και μέλος των επιτροπών εκδόσεων και πολιτισμού του Δήμου της πόλης του Ζήνωνα. Είναι επίτιμος πρόεδρος του Κυπριακού Συνδέσμου Παιδικού Νεανικού Βιβλίου και επίτιμο μέλος του Συνδέσμου Πολιτισμού Ελλάδας –Κύπρου. Είναι νυμφευμένος με τη φιλόλογο Αναστασία Χατζηλοή από τη Λάπηθο και έχουν δύο παιδιά, τον Δημήτρη και την Ευγενία.

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

«Το Δημητρίειον Πολιτιστικόν Κέντρον Λάρνακος 1973-1983»

Με συγγραφέα-ερευνητή τον φιλόλογο Κώστα Κατσώνη και εκδότη το Ίδρυμα Φοίβου Σταυρίδη, κυκλοφόρησε πρόσφατα (Λάρνακα, 2019) το βιβλίο «Το Δημητρίειον Πολιτιστικόν Κέντρον Λάρνακος 1973-1983-ένα πρότυπο πολιτιστικό κέντρο στην πόλη του Ζήνωνα». Πρόκειται για μια ιδιαίτερα σημαντική έκδοση, μέσα από την οποία αναδεικνύεται η πλούσια πολιτιστική και η ευρύτερη πνευματική ζωή της Λάρνακας κατά τη δεκαετία 1973-1983. Όπως διαφαίνεται, πολύ παραστατικά και τεκμηριωμένα, μέσα από το βιβλίο, το Δημητρίειο αποτελούσε τότε τον βασικότερο πυρήνα της πολιτιστικής ζωής της Λάρνακας, παρέχοντας μοναδικές ευκαιρίες για δημιουργική δράση και ανάδειξη των καλλιτεχνικών τους ταλέντων, σε εκατοντάδες παιδιά, νέους και ενήλικες της πόλης του Ζήνωνα και της επαρχίας Λάρνακας. Βασικές του δραστηριότητες ήταν: η Χορωδία «Ζήνων» (με υπεύθυνο μαέστρο τον Μιχάλη Χατζηλοϊζου), το Θεατρικό Εργαστήρι (Μόνικα Βασιλείου Νεόφυτος Ταλιώτης, Ανδρέας Πάντζης κ.ά.), το Εργαστήρι Τέχνης (Έλλη Μτζή, Λοϊζος Σεργίου, Εύρος Ευρυβιάδης κ.ά.), το Επιμορφωτικό Κέντρο χοροδιδασκαλίας και άλλες δραστηριότητες (Βιβλιοθήκη-Αναγνωστήριο Παντελή Μηχανικού, Πινακοθήκη κτλ.). Παράλληλα, μέσα από σωρεία άλλων εκδηλώσεων και δραστηριοτήτων (διαλέξεων, συζητήσεων, θεατρικών παραστάσεων, εκθέσεων ζωγραφικής, συναυλιών, ρεσιτάλ κλασικής μουσικής, προβολών κτλ.), αποτέλεσε κέντρο πολιτισμού, πληροφόρησης και προβληματισμού, ενώ λειτούργησε στις δοσμένες συνθήκες και ως φορέας ενθάρρυνσης, αναπτέρωσης του ηθικού και στήριξης του προσφυγικού κόσμου, στα πρώτα δύσκολα χρόνια του βίαιου εκτοπισμού και της προσφυγιάς.

Στα δέκα χρόνια της λειτουργίας του Δημητρίειου διοργανώθηκαν πέραν των 300 εκδηλώσεων, στις οποίες συμμετείχαν εκλεκτοί πνευματικοί άνθρωποι, καλλιτέχνες, ηθοποιοί, μουσικοί, λογοτέχνες και άλλοι δημιουργοί από Κύπρο και Ελλάδα, αρκετοί από τους οποίους προσκαλούνταν στην Κύπρο από τη Μορφωτική Υπηρεσία του Υπουργείου Παιδείας, όπως οι: Αντώνης Σαμαράκης, Ιωάννης Κακριδής, Ευάγγελος Παπανούτσος, Κωνσταντίνος Τρυπάνης, Κωνσταντίνος Τσιρόπουλος, Μανώλης Γλέζος, Αντώνης Μυστακίδης-Μεσεμβρινός, Γιώργος Κεχαγιόγλου, Νικήτας Παρίσης, Χρύσανθος Χρίστου, Ζωρζ Σαρή, Βασίλης Αναγνωστόπουλος, Βίτω Αγγελοπούλου, Λότη Πέτροβιτς Ανδρουτσοπούλου κ.ά. Δεν θα ήταν υπερβολή να αναφερθεί ότι σχεδόν όλοι οι σημαντικοί και καταξιωμένοι πνευματικοί δημιουργοί της Κύπρου και της Ελλάδας φιλοξενήθηκαν στο Δημητρίειο, που λειτουργούσε στην παλαιά αρχοντική κατοικία της οικογένειας Νίκου Δημητρίου, υπό την αιγίδα και την οικονομική στήριξη της Μορφωτικής Υπηρεσίας του Υπουργείου Παιδείας (σημερινών Πολιτιστικών Υπηρεσιών).

Το βιβλίο διατίθεται από το Ίδρυμα Φοίβου Σταυρίδη (τηλ. 24-400065), τη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών (24-817737) και μεγάλα βιβλιοπωλεία.

Λάρνακα, 10 Ιανουαρίου 2020

Εξωτερικές Συνδέσεις

Βίντεο

Συνεντεύξεις

Ενδεικτική Εργογραφία

Δείγματα

Ποιήματα από τη Συλλογή, Μιλήματα κι αντιμιλήματα, Λάρνακα 2003

ΕΜΠΟΔΙΟ

Οι χαμένες πατρίδες
κι οι χαμένες αγάπες
στέκονται πάντα μπροστά μας,
εμπόδιο κάθε καινούριας πατρίδας
εμπόδιο κάθε καινούριας αγάπης.

ΠΟΛΕΜΙΚΗ ΜΟΙΡΑ

Περπατήσαμε τους αιμάτινους δρόμους
πολέμων παντοειδών
δικασμένοι από μοίρα πανάρχαια,
μοίρα θανάτου και μισεμού.
Ονειρευτήκαμε τις πλατιές τις στράτες,
τον ανασασμό των ρόδων,
την αιώνια παρουσία της Κύπριδας άνοιξης.
Αφήσαμε στην καρδιά μας ανεκμετάλλευτα
τα αισθήματα της αγάπης,
πλήθια ως πάντα σε μας,
δοσμένοι ολόψυχα σ’ αντιπαράθεση πικρή
με πόνο θανάτου
-μας έπεφτε πάντα πολύς ο θάνατος-
προσφιλών προσώπων,
αγαπημένων αδερφών,
σε μέστωμα νιότης και δίψα ζωής,
πάντα χαμένων από μοίρα πολέμου,
αιώνια,
των δυνάμεων του κακού,
που σημαδέψαν ετούτο τον τόπο
και πέτυχαν
τη μεταβολή της καρδιάς και της άνοιξής μας
σε χειμώνα μακρύ
και “κρανίου τόπο”.

ΔΙΚΑΙΩΣΗ ΖΗΣΗΣ

Εδώ που τύχαμε να ζούμε αφορεσμένοι,
Εδώ που τύχαμε ν’ακλουθάμε
τις πατημασιές κάποιων αοράτων ονείρων
φτιαγμένων σε κάποιες νυχτιές
όπου ο ύπνος μάς έλαχε καλός.
Εδώ που οι αμυγδαλιές δε μας πρόδωσαν ποτές
και τα σπουργίτια μάς καλημερίζουν κάθε αυγή
χωρίς προσποίηση ή τυποποιημένα χαμόγελα.
Εδώ που ο ήλιος
αναλύει κάθε μέρα τη χαρά του
σε πύρινες και φωτεινές ηλιακτίδες.
Εδώ που η αγάπη κρατάει στο χέρι κεραυνό
κι ο θυμός των ανέμων περιορίζεται
στη λεηλασία των φύλλων και των χωμάτων,
κι αν προδομένοι απ’τους ανθρώπους,
έχουμε τουλάχιστον τη δικαίωση
της αντίστασης.

ΠΡΟΣΜΟΝΗ ΣΟΥ

Στις νυχτωμένες στράτες των ονείρων,
αντάμα με την περιδιάβαση της ξαγρύπνιας
παραμονεύει ο θάνατος.
Γλυκόπικρος, διαφεντευτής
καθοδηγός μικρών πλασμάτων.
Της μπόρεσης ξολοθρευτής
και καταλύτης των ελπίδων.
Μα συντροφέψου τον
κι υποταγή ποτέ καμιά μη δίνεις.
Οι ώρες είναι λεύτερες
κι ο πολυφώτης ήλιος
προσμονή σου κι όνειρό σου.

ΤΑ ΟΝΕΙΡΑ

Ας παραμένουν τα όνειρα,
ας μην υλοποιούνται.
Ας απαλύνουν τους πονεμένους
οι προσδοκίες οι ανεκπλήρωτες.
Τουλάχιστον όσοι μπορούν και κάνουν όνειρα
μπορούν και να ζούνε.
Διαφορετικά,
το κακό θα’ταν με τη ζωή.
Διαφορετικά,
το κακό θα’ ταν για τη ζωή.
Για τον θάνατο θέμα δε θα’μπαινε πια.

ΜΠΟΡΕΙ

Σαν νυχτώνει,
άνοιξε ένα παράθυρο στη σκέψη σου
κι ακλούθα το φως του.
Πού ξέρεις;
Μπορεί να σωθείς.

ΕΠΙΚΛΗΣΗ

Άνθρωπε,
όταν οι ώρες σημάνουν μεσάνυχτα,
Μη θυμάσαι πια όσα έχουν περάσει.
Όπου να ’ναι
χαράζει μια μέρα καινούρια.

ΔΕΙΛΙΝΟ

Ωδή στη ζωή,
ωδή και στον θάνατο.
Συμφωνία μεθούσα
στο χορό των πνευμάτων.
Συμφωνία δακρύουσα
στη μελαγχολία των κριμάτων.
Δειλινό,
αδέρφι μου.

ΑΤΙΤΛΟ

Μες στην απλότητα των στίχων
διαβάζουμε τη σύνθεση του κόσμου.

Ο ΠΟΙΗΤΗΣ

Ο ποιητής,
ένα ποτήρι ξέχειλο
από την πίκρα του κόσμου,
ένα σήμαντρο
που θ’ακούγεται πάντα
στις στράτες των ανθρώπων
πότε σιγότερα κι αλαργινά,
κιι άλλοτε με κλαγγιές και με γιούχα,
στο ίδιο πάντα μετερίζι.
καθώς τον ήλιο
που αυγαταίνει το αύριο.

Η ΑΓΑΠΗ ΣΟΥ

Δεν είναι η αγάπη σου
κρασί που να το πιω
και σαν μεθύσω
να σου πω
άλλο δε θέλω.
Δεν είναι η αγάπη σου
η μπόρα του χειμώνα
που σαν εκαταλάγιασε
θα λέμε «δόξα σοι Θεέ».
Δεν είναι κύμα
που στης θάλασσας
τα βράχια
πάει συντρίβεται,
ούτε της άνοιξης λουλούδι
που διαβαίνει με τη μοίρα του,
ούτε και φως
όπου τον ήλιο συντροφεύει.
Η αγάπη σου
μοιάζει πιότερο της ιδέας.
Μένει πάντα εκεί.
Θεριεύει όσο την πολεμούν,
μεστώνει με τη φλόγα της καρδιάς.
Υπάρχει όσο υπάρχουν άνθρωποι,
και περιμένει.

ΕΣΥ

Εσύ, μια πόρτα παραδείσου κλεισμένη,
ένα γιασεμί που δεν τα βάζει κάτω
κι έχει την απαίτηση της μοσκοβολιάς
έξω από τόπο και χρόνο,
έξω απ’ των ανθρώπων τις μπόρεσες.
Κι εγώ, ταπεινός στιχοπλόκος της νύχτας,
ένα λυχνάρι που ποτέ δεν κατάφερε
να φωτίσει τον ίσκιο του.
Κι όμως έχει την απαίτηση της φωτοχυσίας
κι όμως έχει την απαίτηση της καρδιάς,
μιας καρδιάς που αγάπησε
και κατάρα της μόνη να θητεύει στον πόνο.

Η ΑΓΑΠΗ ΜΑΣ

Η αγάπη μας
έχει την επιμονή των ανοίξεων,
το παθιασμένο πείσμα
της ανθισμένης αμυγδαλιάς,
της θάλασσας το ανεξάντλητο μεγαλείο.
Η αγάπη μας, ένας ήλιος,
που μόνη του έγνοια και μπόρεση
να ζεστάνει αφειδώλευτα
δυο μοναχικά πουλιά,
δυο κυνηγημένα περιστέρια,
που ζευγάρωσαν ξάφνου ένα δείλι
και δεν βολούν να πισωγυρίσουν.

ΘΑ ΡΟΔΙΣΕΙ

Κι αν έχει η νύχτα απλώσει το μαγνάδι της
κι οι ώρες φθονερές και μισερές
μας έχουνε χωρίσει,
της ψυχής μου της έρμης
το μελαγχολικό σκοτάδι της
ένα μονάχα σου φιλί
κι ένα σου χάδι θα ροδίσει.

ΒΑΡΕΜΟΣ

Όσο θα ζεις εδώ
θα τυραγνιέσαι
ανάμεσα στις ίδιες συμφορές.
Τα ίδια πρόσωπα
τριγύρω σου θα στέκουν
για να σου λεν
–πάντα με τόση προθυμία-
πως, όχι, δεν γεννήθηκες για μας.
Θα’ χουνε πάντα πρόχειρο
στο χέρι ένα ποτήρι
και θα εγείρουνε την πρόποση
-κατά τα ειωθότα «εις υγείαν»-
και συ θα πίνεις άπληστα
και πάλι το ποτήρι θα γεμίζει,
βρύση της πίκρας
δίχα στερεμό.

ΕΠΙΜΟΝΗ

Συντροφιά με τον άνεμο
π’αψηφάει το καθετί.
Γροθιά η ανάσα του στο πρόσωπό σου.
Και δεν κάνεις πίσω.
Συντροφιά με τον ήλιο
στο καταμεσήμερο
π’ανάβει παντού πυργκαγιές.
Κι έχεις τα μάτια ορθάνοιχτα
καταντικρύ του.
Συντροφιά με την απελπισία
μιας παράξενης μοίρας
που αυγαταίνει τη συμφορά.
Κι έχεις αγέρωχη την όψη.
Για πισωγύρισμα,
γι’αυτό που οι άλλοι λεν
«συμβιβασμός»,
κουβέντα ποτέ καμιά
και για κανέναν.
Δεν τ’αξίζουν.
Πόλεμος λοιπόν
κι αστροπελέκια λευτεριάς
στο διάβα σου.

ΑΔΗΜΟΣΙΕΥΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ

ΑΤΙΤΛΟ

Απόψε λάθεψε το φεγγάρι,
δεν ξαπόστασε…
Παρέτεινε την παρουσία του
στο στερέωμα.
Το χλωμό του φως,
ανάκλαση της ψυχής μας,
απλώθηκε σ’ ολάκερη την πλάση…

ΝΑ ΟΝΕΙΡΕΥΟΜΑΣΤΕ

Αφού είδαμε κι αποείδαμε
με τις ανέλπιδες προσδοκίες
των «υψηλών» οραμάτων,
ανεβήκαμε στο φεγγάρι της δικής μας απόγνωσης
και θρονιαστήκαμε εκεί για καλά!
Να πλέκουμε τουλάχιστον ανενόχλητοι
τον ιστό των ονείρων μας,
να ονειρευόμαστε,
για να υπάρχουμε…

ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΜΑΣ ΡΩΤΗΣΑΝ

Ένα περιβόλι η ζωή μας.
Κι εμείς;
Αδέξιοι καλλιεργητές,
ονειροπόλοι και ρομαντικοί,
αναζητητές
της ολόχρονης ανθοφορίας,
θηρευτές του απρόσιτου.
Μ’ άνθισαν φέτος πιο νωρίς τα γιασεμιά.
Γιατί δεν μας ρώτησαν;

ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ

Γαληνεύεις την ψυχή μου,
θάλασσά μου,
μπαίνει σε τάξη ο λογισμός,
ορθοτομεί,
ορθολογίζεται,
διανοείται.
Θάλασσά μου,
του ακύμαντου γαλάζιου
η γαλημένη απεραντοσύνη.
Γίνομαι ποιητής
καθώς αχόρταγα σ’αγναντεύω…

ΤΗΣ ΠΟΙΗΣΗΣ

Μια δημοσκόπηση συναισθημάτων
η ποίηση.
Καταγράφουμε τις στιγμές
που μας δόθηκαν, ανεπιστρεπτί…

ΑΣΤΕΡΙ

Μια φορά κι έναν καιρό
ήτανε στον ουρανό
έν’αστέρι μακρινό,
που΄ταν τόσο φωτεινό!
Περπατούσε και γελούσε,
χόρευε και τραγουδούσε
και με τα πουλά μιλούσε.
Έψαχνε για την «αλήθεια»
και του λέγαν παραμύθια,
μάγισσες, νεραϊδούλες
και γαλάζιες μελισσούλες.
Είχε ένα ποδηλατάκι
κι έπινε και γαλατάκι.
Πήγαινε σ’ όλα τ’αστέρια
κι έσφιγγε τα δυο του χέρια
εις το μέρος της καρδιάς
και της άδειας αγκαλιάς…

ΟΙ ΜΕΡΕΣ ΠΟΥ ΕΡΧΟΝΤΑΙ

Καλωσορίζω τις μέρες που έρχονται,
μ’ένα χαμόγελο.
Αποχαιρετώ τις μέρες που χάθηκαν,
μ΄έναν βαθύ αναστεναγμό,
μ’έναν λυγμό κι ένα δάκρυ…
Μοιάζουν σαν τα καβαφικά κεριά
της απολησμοσύνης,
όμως χωρίς απόγνωση,
χωρίς αιδώ,
μ’ ένα παράπονο
κι έναν πικρό απολογισμό,
με την ενοχή και τις τύψεις
ενός προαναγγελθέντος θανάτου
και μιας αυτοεκπληρούμενης
προφητείας
που δεν λογαριάσαμε
και δεν προλάβαμε
να τη ζήσουμε…

Φωτογραφίες